Αυτό το ιστορικό τεκμήριο αποτελεί μια σύνθετη συλλογή χειρόγραφων και έντυπων κειμένων που καταγράφουν την πνευματική και κοινωνική ζωή μιας περασμένης εποχής. Οι πρώτες σελίδες περιλαμβάνουν ανέκδοτα για φημισμένους ζωγράφους της αρχαιότητας, ενώ ακολουθούν πρακτικές ιατρικές συνταγές και θεραπείες για διάφορες παθήσεις. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει το λεπτομερές χρονικό, το οποίο απαριθμεί σημαντικά γεγονότα των αρχών του 19ου αιώνα, όπως ακραία καιρικά φαινόμενα, επιδημίες και οικονομικές διακυμάνσεις στις τιμές των προϊόντων. Το σύνολο συμπληρώνεται από θεολογικούς λόγους και θρησκευτικές ακολουθίες που αφορούν τη διαγωγή των ιερέων και την παράκληση υπέρ των ασθενούντων. Πρόκειται για έναν πολύτιμο κώδικα γνώσης, όπου η καθημερινή επιβίωση συναντά την καλλιτεχνική παιδεία και τη χριστιανική πίστη.
Κατά την περίοδο 1798-1816, οι πηγές καταγράφουν μια σειρά από σημαντικά ιστορικά, κλιματικά και κοινωνικά γεγονότα, τα οποία επικεντρώνονται κυρίως στην περιοχή της Θεσσαλίας και της Ηπείρου:Ιστορικά Γεγονότα
Δράση του Αλή Πασά: Το 1798 αναφέρεται η επίθεση του Αλή Πασά στους Βενετούς και η καταστροφή της Πρέβεζας
Το 1810 ο Αλή Πασάς και ο Βελή Πασάς βρίσκονταν μαζί στα Τρίκαλα, ενώ το 1811 ο Αλή Πασάς έστειλε χιλιάδες στρατιώτες στην Πρέβεζα και κατέλαβε το Αργυρόκαστρο και το Γαρδίκι
Σημειώνονται επίσης απόπειρες κατά της ζωής του «Βεζίρη» στα Ιωάννινα το 1811 και το 1812
Καταγράφονται συγκρούσεις μεταξύ Τούρκων και Ρώσων («Μόσκοβων») το 1810 και το 1811, με μεγάλες απώλειες και από τις δύο πλευρές
Επίσης, το 1812 αναφέρεται η ήττα των Γάλλων («Φραντζέζων») από τους Ρώσους
Επιδημίες (Πανώκλη): Το 1813 και το 1814 ξέσπασε θανατηφόρα επιδημία πανώκλης («παντάκλα») στον Τύρναβο, τη Λάρισα και τα Τρίκαλα, με χιλιάδες θύματα μεταξύ Χριστιανών και Τούρκων
Κλιματικά και Φυσικά Φαινόμενα
Σεισμοί: Καταγράφονται σεισμοί τον Νοέμβριο του 1809, τον Ιούνιο του 1814 και το Μεγάλο Σάββατο του 1815
Ακραία Καιρικά Φαινόμενα:
Χιονοπτώσεις και Παγετός: Το 1808 σημειώθηκε παρατεταμένη χιονόπτωση από τον Ιανουάριο έως τον Μάρτιο, προκαλώντας μεγάλες απώλειες σε κτηνοτροφικά ζώα
Το 1814 και το 1815 υπήρξαν επίσης σφοδρές χιονοπτώσεις και δριμύ ψύχος
Μάλιστα, τον Μάρτιο του 1815 αναφέρεται ως παράδοξο ότι δεν είχαν έρθει ακόμα τα χελιδόνια λόγω του κρύου
Πλημμύρες: Τον Αύγουστο του 1811 σημειώθηκαν καταστροφικές βροχοπτώσεις στη Λάρισα, με αποτέλεσμα την κατάρρευση σπιτιών και τον πνιγμό ανθρώπων και ζώων
Ξηρασία και Χαλάζι: Το 1814 σημειώθηκε μεγάλη ξηρασία από τον Απρίλιο έως τον Ιούλιο, η οποία ακολουθήθηκε από χαλάζι που κατέστρεψε τα σιτηρά
Ακρίβεια και Λιμός: Λόγω των κακών καιρικών συνθηκών (όπως η συνεχής βροχή το καλοκαίρι του 1816), σημειώθηκε μεγάλη έλλειψη αγαθών και υπερτίμηση στις τιμές του σιταριού, του κριθαριού και άλλων τροφίμων το 1810, το 1812, το 1813 και το 1814
Άλλα Σημειωτέα
Το 1814 αναφέρεται η εμφάνιση ενός «σημείου» στον ουρανό που έμοιαζε με χρυσό αετό
Τον Μάιο του 1814 σημειώθηκε μεγάλη πυρκαγιά στη Λάρισα.
***********************************************************************************
ΤΟ ΧΕΙΡΟΓΡΑΦΟΝ
Ζωγράφος ταχύς.
Ζωγράφος άξιος, Απεχρής
δείξας εικόνα. «ταύτην, έφη, νύν γέγραφα». Ο δέ,
καί ήν μή λέγης, είσιν, οίδα, ότι ταχύ γέγραπται·
θαυμάζω δέ, πώς ουχί τοιαύτας πλείους γέγραφας.
β. Γραφή αλλοίως φαινομένη.
του πίνακος
καταστραφέντος ο ζωγράφος Παύσων ελαβών ίππον
αλινδούμενον γράψαι τρέχοντα έγραψεν. Αγανακτούντος
δέ του ανθρώπου, γέλασας ο Παύσων κατέστρεψε
τον πίνακα· ης γενομένου άνω των κάτω πάλιν
ο ίππος ου τρέχων αλλ’ αλινδούμενος εφαίνετο.
γ. περί πρωτογένους του Ζωγράφου
πρωτογένης
ο ζωγράφος τον Ιάλυσον, φασίν, επτά έτεσι δια
ζωγραφώ όν Απεχρής ιδών, Το μέν πρώτον έστη άφωνος,
εκπλαγείς επί τή παραδόξω θέα· είτα εσδών έφη,
η ως ο πόνος μέγας καί ο τεχνήτης. απολήσεται
γεμήν της χειρουργίας η χάρις, ής ο ανήρ όμοιος
ο πόνος αυτού τό θύρεον ραίνει.
δ. Μή λέγε περί ών ου μεμάθηκας.
Άσεχης
ο ζωγράφος, Μεγαβύζου παρακαθησαντος αυτώ
καί περί γραμμής ης καί σκιάς βουλομένου λέγειν
«Οράς έφη τά παιδάρια ταύτι, τά τήν μηλίδα τρίβοντα
πάνυ σοι προσείχον τόν νούν σιωπώντι, ης τήν
πορφύραν εθαύμαζε ης τά χρυσία, νύν δέ σου καταγελά,
περί ών ου μεμάθηκας, αρξαμένου λαλείν.»
ε. Περιγραφών επαινομένων κακώς.
Μεγαβύζου
ποτέ επαινούντος γραφάς ευτελείς καί ατέχνους,
ετέρας δέ σπουδαίως εκπεπονημένας διαλέγοντος,
τά παιδάρια θά του Ζεύξιδος, τήν μηλίδα τρίβοντα,
καταγέλα. Ο τοίνυν Ζεύξις έφατο, «Όταν μέν σιωπάς
ώ Μεγάβυζε θαυμάζει σε τά παιδάρια ταύτα ορά
γάρ σου τήν εσθήτα καί τήν θεραπείαν, τήν περί
σέ. Όταν γεμήν τεχνικόν δε δέης ειπείν καταφρονεί
σε. Φύλαττε τοίνυν σεαυτόν εις τούς επαινουμένους,
κρατών της γλώσσης, καί υπερμηδένος των μηδέν
σοι προσηκόντων φιλοτεχνο
έρμηνία διά τό σπορί
πίασε τρής μέλισαις
ης σκότοσέ ταις ης νά γείννν· ώσαν προζύμι ης
βάλλε μίαν έμπροσθενής τήν τρίταν. από τό πζολί
όσο σύγωνα. Το τά θωρον ης τούς άλλχεις βάλλεταις
άσπο τήν μίαν ης από τήν άλλην μεριάν. Της φλέβας
φλέβας όσο συγώνο Το όρος. ήγεν Το έκθωρον λαβόν
ης σύγωνναν τό πορί από μέσα τήν ρίσκων. ης εύαμεν
Το πολλάής αυρής, όσον να το σύγαλον, ό λιάρι η
ζαρικόν δεν έχο. πάρεξ της μέλισσας ης αύτης
τό σύγαναγν. είναι δοκιμασμένον η βέβαιον από
πολλές όσο τό έπαθαν. (αναάναλης καθεληχί άπομιζαν
μάλιστα νώθην γίνις όσον καλοσύγαζον
έρμηνία διά τόρα όταν απάση τά γήδια, διά
να μήν σόσμωσουν όγχην φορά
Νά σύρής μία οχιάς
η σασέλην ζωντανή με πρόπλοιπον. η βάλλε μισό
όλα έλαιολαδον η μία λίθρα κρασί, μέσα σε ένα
αγγίον χαλκομαλένιον αγωνοθον ης δεν τζέρην,
η βάλλε τήν όχιούν μέσα ζωντανή, η καπάκισε τόν
τέντζερην η άλύλαλον πολλά να μή σύγη αυχμός
έλων η να βράση έως να χνώση όχι άς η νά αγώνξης
η λώρα βα γάδια με αύτην τήν άλλφήν, νάζινας ολίγον
ξερή η αλαρή. η άλη του από τήν γρών έτως το κεφάλι
μόνον τήν ράχην τράβα αληφην· η όλον τό σεριπατήθο
κορμό. πλήν. Τα κέρατα η θά μικρά ονύχια, αλήθεξη
αλλά ολόγυρα.
ης άν ήναι πολλά γήδικα βάλλα τρία οκά έλαιολαδον, η μυσή οκά κρασί, διά νά φθάση - ης άν ήναι πολλά βάλλε από μα περισσότερον η θέλης ιδής, τήν βεβαίαν ης αθείαν αληθινήν. πλήν νά ήνων λήγγοις ή σελήνη - όλων κάμνης θην αλική.
έρμηνία διά τόν έρωσον κνιθικού
άνθη
από βόλια όσο λέγουνε φοξυλώς, μάσε τόν μαζίου
μήναν, η έχετα. η όταν χρεάζεσε, βάλλε μερική να
μουσκέπτης η σόμασησέλην. η 58 γνωσέλην· ειε τιχόν
μανδύλινο η δός τόν ασθενή να φνη να τόν κινησης
να λιγή ή υλη όλη.
αγγρίδα σγμπησονική, πράγχησέ
την η άφες την να καταλαϊάση, η με καμισοση ζάχαρι
αετό ποτήρι η βάλλε η άγγρίδα απόλης καθιςαχαϊσμένην,
ης ανακαθωσέλην δός τόν ασθενή να πίνη αύτή
καλή ήναι.
πληρόν
1808 Ιαννουαρίου πρώτη αρχήνησε χιόνι κός
ετάθηκεν Το χιόνι έως 27 μαρτίου. κς τόφησαν όλα
θά αρνιά η ί κατζίκια η λά μεσά θά τρανά. βόδια,
άλογα, γελάδια, κή ανοίξεπάϊσαν ηρώς τόν μαϊον
9εθής· τ· σκότωσαν λές πχαχαβές αλλά με ένορα.
κατζίκια
ιδού γράφω, τινά συμβάματα, καί να ιδή τινάς, νά αναγνώθη να δίδη απόκρισιν σε κάθε έλον πώς ηκολούθησεν.
1ο Τόν φεβρουάριον, σαϊσεν δάλη παπάς
ης βενλήνιο
1898 - Τόν οκτώβριον· εγύρησεν, αγχάλα
στην τήν πρέβιζαν.
1809 νοεμβρίγ. πλ. δισρωί έσαοθη
ή γή.
1810 απολόν μαριον αρχηνήσεν ακριβια.
10 γρόσια
Το λντζεκι Το σιτάρι.
8 γρο: ή βριζα
6 γρο. Το κρίθαρι
4
γρο. ϋβρόμο
1810 αυγόσουν 26 χάλασεν τούς Ίρκους
ομόσχοβος μελό μαπαλίνι.
2ο αυγγς. 22. ήλθεν ό βελής αχή σατάς η οβωλησαστάς εσθα τρίκαλα αντάρια.
1811 ζαννγαρία πρώτη τής τήν χόβιτζαν· χαλάσθηκεν
ό θόρκος.
1811 ζαννγαρία 3ο ζέλην βράζιανη εχαλάσθηκεν
όρκος.
1811 Τόν απρίλλιον έσηχεν πάλησαιᾶς Ίγλέργάτας
ας τήν πρέβιζων χιλιάδες. 10
1811 τόν ζόνιον, ολούρκος,
της ομόσχοβος πολέμησαν. 22 χιλιάδες μοσχόβοι
η δέρκοι αντάμα εχάθηκαν
1811 αυγόςγ. 4 παρασκευή,
ές τής έννεα ώραις. αρχήνησεν ή βροχή, η έως σαββάλω
βράδι, έωρα Τετάρτη. της νυκτός ολόληλα δεν ζαμάλησεν.
η ύστερα εχάθηκεν· η βυθήσικων επήλια ξεθήν
λάριουσαν 3525 μαζί εκτός ανθρώπος. όσο καλοίκγν·
ήταν νύχλα
επνίγηκαν αλόνια θημονικής, η άλλα ζώα
πολλά..
1811 εγνία. 24. ξημερόνονας έκαμαν κρύον πολύ
όλην τήν νύκταν. κακόν
1811 τόν νοέμβριον επήρεν
δάλησασιας Το αργυρόκασρον. η' το γαρδίαι
1811
Τόν άτπριλλιον πάϊσων καισοπλής κάσι κόση
τόν βεξήρεν γελάζωάννινα. η δεν τόν σίχοσων..
1812
τόν ξαννουάριον παΐσων καισγτζής να σηκώση
τόν βεζήρια· κάθε 207.
181 η χαλασεν ό βελήςης, τό γαρδίκι
- κη εσκότωσαν θες άνδρες. 136. δεχεριβείγ πρωίης
1812
λόν σεπτέμβριον, εχάλασεν ομόσχοβος.
τούς φραντζέτζος· όλον τό στράτουμαν
1812
από αυγγρου δέκα άρχησεν ακριβια - 10 γρόσια τό
σιτάρι λόχγελέως
7 γρόσια. Τό καλαμός της
6 - γρα.
Το κριθάρι
4 γρο. Το κεχρί
1812. βαμισάκι δεν γίνεκων
ολότελα.
1813 βαμπάτι δεν γίνεκεν ολολωλα. αχριβια
μεγάλη η γρόσια ή οζε
γροσα· 14 λοστάρι Το λτζέκι.
γροσα·
12 Τό καλαμπόκι
γροσα· 11 ή βρίζα
γροσα· 10 Τό κεχρί.
γρόσια·
8 Τό κριθάρι.
γροπα· 6 ή βρόμη.
γροπα· 9 Το το λιανό
χαλαμπάκι
γροσε· 7 τό ρόβι
1813. σανγκλα λελό νθγρναβον
απέθαναν. άνθρωπο
άνθρωποι χιλιάδες. 8600 πανγκλα ες τήν χάγιναν
απανγκλα είτα Τρίκκαλα.
1814 φεβργαρίας ές τής
δύω, ημέραβ αρχήνησεν χιόνι, ημέρα της νουδεη
ζβέψησεν έως 4 πιθαμπός, ξεράθηκων γή βγλομώνη
έως. 23. φεβρδαρίγι
1814. φεβργαρία. 19 ήλθαν οι θελήδες
γς τά Τρίκκαλα. 242.
1814 απέθαναν ανοί· 7777 αποθήνσανάκλαν
όστά Τρίκκαλα Τγρκοις χειριανοί
1814· απριλχχλίγ.
19 ώραις. Της ήμερος έπλα αρχήνησεν βροχή συγγανή.
έως τη δουλέρα ξεθής εστά ώραις. ς ΰτερα αρχήνησεν
χιόνι έως της σεώθε ίδρως της νυκτός, η εξάθηκεν
έως τρία δάκθυλα εσίασων ή γή λ’λεσάϊασαν πολλά
αμπέλια. ης πολλές θέσης.
1814 τόν μάϊον εκάϊκεν η λάριουσα πάλιν.
1814
από: το απριλλιγ δεν έβρηξεν. έως- 11 . ιχλίγ. ϋτερα
έβρηξεν. κής ής μερικές τόπος έριξεν χαλάζι
της χάλασεν σοβάρια.
1814 απέρασαν σερτέρια η επήγωναν
αλά αναθοχεις.
1814 γνίγ. 26 ημέρα σαρμακουή εσύσθη
η γή έξα φοροής τήν ίδιον ημέρων
1814 δεκεμβρίο.
ες θκής· δύω. ημέρα. δί εφανηκεν σημγον. ώσαν αετός
χρυσός· επηγαινεν απρός τόν αυλόναι ευγήκεν
απόλον γόλον.
1814. δεκεμβρί. Τh. έπασεν χιόνι εως
λέστερωης επιθαριμπής.
1815 ζωννγαρία. 2. χιόνησεν
έως (2) σιθαρώτης πάλιν ζαννγαρίγι 9 εχιόνησε έως
έως. σπιθαμώτης. 2. τή πάλιν χιώνηστους
η εξάθη ηγή βελομένη· 40 ημέραις. ηπαπανθην έκαμων
ήλιον· η ήλιος καί καλλός καιρός έγινεν όλον
τόν φουρνάριον η μάλλιον.
1815 μαρτία έως τα χελιδόνια
δεν έχθαν· ες θαύμαζαν οι ὠνοι.
1815 μαρσία 29 χιόνησε
1815
φουργαρές. 16 έκαμαν τόν καιδιζων οι κησωριόλες,
ξεθό κοσμάλι με τόν πονλου βωλίαγα.
1815 καρθίγ.
6 έτηχεν ο βελήςης λελό ηνθη· 160 ονομάλοι, Τέρκοι
γι χρισιανοί εδιαλεξων θός καλλές δαῖ ήχεν
φυλακομένους, η' έσαλεν τόν βυλήαγαν η' τόν
χασάναγαν ζωαννηθην
1815 απριλχί τε ξημερόνονας·
17. εσήσθηκων ηγή. ήταν μέγα σάββαλον.
1816 Ίονίγ 11 έβρηξεν. η ύστερα δεν έβρηξεν.
έως αυγοςγ. 26. ϋχεre εβρεηεη η έγιναν ακρίβια μεγάλη.
18
γρόσια το σιτάρι το χαλέτες απόθον φουργάρχον
αρχήνησει η' εξάθη. έως πρώτη γλέν ότερα. ήλθεν
δώδεκα γρόσια ηο θό ταλομοίως Το καχαριστάνος
15 γρόσια
ή βρίζα 14 γρέπ
Το κριθάρι 12 γρόσια
»δρομη.
8 γροσα
ένα Μάρλον Το χρυσοχά ήθης η της χαρζούλιας
ένα
έχο της δαδοπολιτασης κανόναις η δύο παρακλησις
εξηγιομέναις η μερικά ϋποζολο βυάγγελι
ἤθελεν
ἐγγίζῃ τὰ Θεία Μυστήρια, μηδὲ νὰ νοτιωθοῦν,
ἢ καπνισθοῦν, ἢ νὰ μεταδοθοῦν ἀπὸ ἀνιέρους,
καὶ ἀναξίους. Ταῦτα καὶ τὰ τοιαῦτα φυλάττωντας,
θέλεις σώσει καὶ τὸν ἑαυτόν σε, καὶ τοὺς ἀκούοντάς
σε.
ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΜΑΞΙΜΟΥ ΤΟΥ ΣΟΦΟΥ,
Περὶ
τοῦ πῶς πρέπει νὰ εἶναι ὁ Ἱερεύς.
Πρέπει τοῦ
Ἱερέως νὰ εἶναι Ἅγιος καὶ ψυχῇ καὶ σώματι, νὰ
εἶναι στῦλος πυρός, νὰ φωτίζῃ τὴν Ἐκκλησίαν,
ἤγουν τὸν λαὸν τοῦ Θεοῦ· καὶ νὰ εἶναι καθαρώτερος
ἀπὸ τὰς ἀκτῖνας τοῦ Ἡλίου, διὰ νὰ μὴ τὸν ἀφήσῃ
ἔρημον τὸ Πνεῦμα τὸ Ἅγιον. Ἡ Ἱερωσύνη γίνεται
εἰς τὴν Γῆν, καὶ τάξιν ἔχει ἐπουρανίων Ταγμάτων·
διότι ὄχι ἄνθρωπος, οὐδὲ Ἄγγελος, οὐδὲ ἄλλη
καμμία δύναμις κτιστὴ δύναται νὰ τὴν ἐνεργήσῃ·
ἀλλὰ αὐτὸ τὸ Πανάγιον Πνεῦμα αὐτὴν τὴν Λειτουργίαν
τελειοῖ, καὶ ὁ Ἱερεύς κάμνει τὴν ὑπηρεσίαν
τῶν Ἀγγέλων. Διὰ τοῦτο πρέπει καὶ ὁ Ἱερωμένος
νὰ βάνῃ εἰς τὸν νοῦν του, ὅταν λειτουργῇ, πῶς
στέκεται μὲ τοὺς Ἀγγέλους εἰς τὸν Οὐρανόν,
ἔμπροσθεν τοῦ Θεοῦ, καί πρέπει νὰ εἶναι καθαρὸς
ὡσὰν καὶ τοὺς Ἀγγέλους. Ἢ δὲν ἠξεύρετε, πῶς
δὲν ἤθελε δυνηθῆ ποτὲ ἀνθρωπίνη ψυχὴ νὰ βασάξῃ
ἐκεῖνο τὸ πῦρ τῆς θυσίας, ἐὰν δὲν ἦτον πολλὴ
τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ ἡ βοήθεια; Διό βλασφημᾷ,
καὶ νὰ ἀφορίζῃ τινά, μηδὲ πραγματευτής νὰ γεύῃ,
διὰ νὰ μὴ λέγῃ ψεύματα· κατακρισιν νὰ μὴ δέχεται·
νὰ μὴ μετεωρίζεται, καὶ νὰ κάμνῃ τοὺς ἄλλους
νὰ γελῶν. Νὰ μὴν ἀργολογᾷ, ἀλλὰ νὰ συντυχαινῃ
εἰς ὠφέλειαν τῶν ἀκουόντων, καὶ αὐτὰ νὰ εἶναι
ἀπὸ τὴν Θείαν Γραφήν. Νὰ μὴ εἶναι γαστρίμαργος
καὶ φιλήδονος, διὰ νὰ μὴ λυπῆται τὸ Πνεῦμα τὸ
Ἅγιον· νὰ μὴν ἀποκρίνεται μὲ θυμὸν καὶ ὀργήν,
ἀλλὰ ταπεινὰ εἰς ὅλους· νὰ μὴ καλλωπίζεται,
μηδὲ νὰ φθονῇ προκοπὴν ἀλλονοῦ. Τὸν ὑβρίσαντα
αὐτὸν νὰ συγχωρῇ ἐξ ὅλης του τῆς καρδίας, καὶ
ἔμπροσθεν πάντων, πρὶν νὰ βασιλεύσῃ ὁ Ἥλιος,
νὰ δέχεται μὲ πραότητα τοὺς ἁμαρτάνοντας, καὶ
μὲ φόβον Θεοῦ νὰ τοὺς ἐλέγχῃ· οὐδὲ πρέπει νὰ
σκανδαλίσῃ τινά, ἢ πλούσιον, ἢ πτωχόν. Αὐτὰ ὅλα
ὁποῦ εἴπαμεν, χρεωστεῖ ὁ Ἱερεύς νὰ φυλάγῃ μὲ
πολλῆς ἀκριβείας καὶ προσοχῆς, ἵνα μετὰ παρρησίας,
καὶ μετὰ καθαρᾶς καρδίας καὶ ἄλλους διδάσκῃ.
Ἐὰν δὲ πάλιν ἀμελῇ τὰ λεγόμενα, καὶ δὲν τὰ φυλάγῃ
καλῶς, πρὸς ὠφέλειαν τῶν διδασκομένων ὑπ’
αὐτοῦ, συμφέρει αὐτῷ μυλόλιθον νὰ κρεμάσουν
εἰς τὸν λαιμόν του, νὰ τὸν ῥίψουν εἰς τὴν θάλασσαν·
διότι παρέβη, καὶ ἠμέλησε τοιαύτης Διδασκαλίας.
ΑΚΟΛΟΥΘΙΑ ΕΙΣ ΠΑΡΑΚΛΗΣΙΝ ΑΣΘΕΝΩΝ,
Καὶ
χειμαζομένων ὑπὸ πνευμάτων ἀκαθάρτων, καὶ
ἐπηρεαζόντων.
Εὐλογεῖ ὁ Ἱερεύς. καὶ μετὰ τὸ
Τρισάγιον, τὸ, Κύριε εἰσάκοσον τῆς προσευχῆς
μου· τό, Κύριος ποιμαίνει με, καὶ οὐδέν με ὑστερήσει·
τό, Κύριος φωτισμός μου, καὶ Σωτήρ μου, τίνα φοβηθήσομαι;
τό, Ἀναστήτω ὁ Θεός, καὶ διασκορπισθήτωσαν οἱ
ἐχθροὶ αὐτοῦ. Τό, Ν΄. Εἶτα, Μή καταπιστεύσῃς με.
Δέξαι
μου τὴν δέησιν.
Μετὰ ταῦτα ὁ Ἱερεύς.
Ἐλέει,
καὶ οἰκτιρμοῖς, καὶ φιλανθρωπίᾳ.
Εἶτα τὸν
παρόντα Κανόνα.
Κανὼν Παρακλητικὸς εἰς τὸν
Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν· εἰς τὴν Ὑπεραγίαν
Θεοτόκον· εἰς τοὺς Ἀσωμάτους· εἰς τοὺς Ἀποστόλους·
καὶ εἰς πάντας τοὺς Ἁγίους.
Ὠδὴ α΄. ἦχος β΄.
Δεῦτε Λαοὶ ᾄσωμεν.
Ποιητὴς καὶ Λυτρωτής μου
καὶ Κύριος, ἡ τῶν πιστῶν βοήθεια, τάχιον ῥῦσαί
με, τοῦ παρόντος κινδύνου, ὁ δοῦλός σου βοῶ σοι,
μόνε φιλάνθρωπε.
Τὴν ἡμῶν μόνου γινώσκων ἀσθένειαν,
ἐκ τῆς παρούσης θλίψεως, καὶ τοῦ συνέχοντος,
ὀλεθρία προφθάσας, ἐξάρπασον καὶ σῶσον, Σῶτερ
τὸν δοῦλόν σου,
Δόξα.
Ἀγγελικαὶ τάξεις αΰλων
Δυνάμεων, σὺν Ἀποστόλοις Μάρτυσι καθικετεύσατε,
τὸν τῶν ὅλων Δεσπότην, κινδύνου βαρυτάτου, ῥῦσαι
τὸν δοῦλον αὐτοῦ,
Καὶ νῦν. Θεοτοκίον.
Τῶν πιστῶν
καταφυγὴ Ἀειπάρθενε, ἡ κραταιὰ βοήθεια ἡμῶν
τῶν δούλων σου, τῆς παρούσης ἀνάγκης, τὸν δοῦλόν
σου πρεσβείαις, λύτρωσαι Δέσποινα.
Ὠδὴ γ΄. Στερέωσον
ἡμᾶς
Ὡς πάλαι Ἰακὼβ τὸν σὸν θεράποντα, ἔρρυσω
τῆς τοῦ Ἠσαῦ βασκανίας, οὕτω ῥῦσαι τὸν οἰκέτην
σου, τῆς παρούσης ἀνάγκης ὡς φιλάνθρωπος.
Φιλάνθρωπε
Σωτὴρ ἐπικαλοῦμαί σε, ἐν θλίψει ὑπάρχων καὶ
ἀθυμίᾳ, μὴ παρίδῃς με τὸν δοῦλόν σου, ἀλλὰ σπεῦσον
καὶ ῥῦσαί με ὡς εὔσπλαγχνος.
Δόξα.
Μόνῳ ἀγαθός,
ὁ μόνῳ εὔσπλαγχνος, ὁ μόνῳ οἰκτίρμων καὶ ἐλεήμων,
τῇ πρεσβείᾳ τῶν Ἁγίων σου, τὸν σὸν δοῦλον οἰκτείρας
ἐλευθέρωσον.
Καὶ νῦν. Θεοτοκίον.
Ὃν ἔτεκες
Ἁγνή, Θεὸν ἱκέτευε, σὺν πᾶσιν Ἀγγέλοις καὶ Ἀποστόλοις,
σὺν Προφήταις τε καὶ Μάρτυσιν, ἐκ κινδύνων τὸν
δοῦλόν σου λυτρώσασθαι.
Εἰς ΠΑΝΤΑ ΚΙΝΔΥΝΟΝ
Εἶθ’ οὕτω τὸν Εἱρμόν.
Στερέωσον
ἡμᾶς ἐν σοὶ Κύριε.
Καὶ μνημονεύει τὸν ἀσθενῆ.
Εἶτα.
Πρεσβεία θερμή, καὶ τεῖχος ἀπροσμάχητον,
ἐλέους πηγή, τοῦ Κόσμου καταφύγιον, ἐκτενῶς
βοῶμέν σοι· Θεοτόκε Δέσποινα πρόφθασον, καὶ
ἐκ κινδύνων λύτρωσαι ἡμᾶς, ἡ μόνη ταχέως προστατεύουσα.
Ὠδὴ
δ΄. Ἐλήλυθας.
Τῷ λαίλαπι, τῶν κινδύνων δεινῶς
ῥιπιζόμενον, τὸν σὸν δοῦλον Δέσποτα, καὶ τῷ
πελάγει τῶν θλίψεων, νῦν κλυδωνιζόμενον, πρὸς
γαληνότατον ὅρμον καθοδήγησον.
Οἱ θλίβοντες,
τὸν σὸν δοῦλον Χριστὲ ἐπληθύνθησαν, καὶ γλῶσσαν
ἠκόνησαν, καθάπερ δίστομον μάχαιραν· ἴδε οὖν
φιλάνθρωπε, καὶ ἐξ ἀδίκου θανάτου τὸν σὸν δοῦλον
λύτρωσαι.
Δόξα.
Ἀρχάγγελοι, Ἐξουσίαι, Δυνάμεις
καὶ Ἄγγελοι, Ἀπόστολοι, Μάρτυρες, Ὅσιοι, Προφῆται,
καὶ Δίκαιοι, πάντες δυσωπήσατε, ὑπὲρ τοῦ νῦν
παναθλίως κινδυνεύοντος.
Καὶ νῦν. Θεοτοκίον.
Πανύμνητε,
τῶν ἀνθρώπων ἑτοίμη βοήθεια, τὰ ἄγρια κύματα,
τῶν πειρασμῶν καταπράϋνον, καὶ τὸν ἐν τῇ σκέπῃ
σου, καταφεύγοντα ἴασαι δοῦλόν σου Δέσποινα.
Ὠδὴ
ε΄. Ὁ τοῦ φωτὸς χορηγός.
Ὁ Ἐζεκίας ποτέ, ἀποπληρώσας
τὰς εὐχὰς Κύριε, καὶ τὴν ἐμὴν πλήρωσον ἐν τάχει,
ὁ
μόνος ἀγαθός, καὶ σῶσον σὸν δοῦλον, ἐκ πάσης
κακώσεως.
Δι’ Ἀγγέλου χειρός, τὸν κορυφαῖον
Μαθητήν Κύριε, ἐκ φυλακῆς θείᾳ δυναστείᾳ, ποτὲ
ἐξαγαγών, ῥῦσαι τὸν σὸν δοῦλον δεινῶς κινδυνεύοντα.
Δόξα.
Ἀγγελικαὶ
στρατιαί, τῶν Ἀποστόλων, Προφητῶν δῆμός τε,
παγκλεῶν Μαρτύρων, Ὁσίων, ὑπὲρ τοῦ ἐν δεινοῖς,
ὑπάρχοντος ἅμα πρεσβείαν ποιήσατε.
Καὶ νῦν.
Θεοτοκίον.
Μήτηρ Χριστοῦ τοῦ Θεοῦ, τάχυνον,
ῥῦσαι τὸν πιστὸν δοῦλόν σου, τοῦ χαλεποῦ καὶ
δεινοῦ κινδύνου, τοῦ νῦν ἐπελθόντος· ἵνα σε
δοξάζῃ καρδίᾳ καὶ στόματι.
Ὠδὴ ς΄. Ἐν ἀβύσσῳ
πταισμάτων.
Κητώας γαστρὸς λυτρωσάμενος,
πάλαι τὸν Προφήτην σου, Δέσποτα Κύριε, τὸν σὸν
οἰκέτην λύτρωσαι· ἵνα πίστει καὶ πόθῳ δοξάζῃ
σε.
Δανιὴλ ὡς ἐῤῥύσω λεόντων Χριστέ, ῥῦσαι
πονηρῶν τε ἀνθρώπων νυνὶ κἀμέ, τὸν σὸν οἰκέτην
Δέσποτα, καὶ φθορᾶς καὶ θανάτου ἀνάγαγε.
Δόξα.
Κινδυνεύοντα
σῶσον τὸν δοῦλόν σου, Σῶτερ τῶν Ἁγίων Ἀγγέλων
δεήσεσι, τῶν Προφητῶν Μαρτύρων τε, καὶ σοφῶν
Μαθητῶν σου ἐντεύξεσι.
Καὶ νῦν. Θεοτοκίον.
Μὴ
παρίδῃς δεινῶς χειμαζόμενον, καὶ ἐξαπορούμενον
Κόρη τὸν δοῦλόν σου· ἀλλὰ συνή-
νήθως λύτρωσαι,
προσφυγόντα τῇ σκέπῃ σου Ἄχραντε.
Καὶ τὸν
Εἱρμόν. Εἶθ’ οὕτω μνημονεύει τὸν ἀσθενῆ.
Εἶτα
λέγει τὸ παρὸν Θεοτοκίον.
Τῇ Θεοτόκῳ ἐκτενῶς
νῦν προσδράμωμεν, ἁμαρτωλοὶ καὶ ταπεινοὶ καὶ
προσπέσωμεν, ἐν μετανοίᾳ κράζοντες ἐκ βάθους
ψυχῆς· Δέσποινα βοήθησον, ἐφ’ ἡμῖν σπλαγχνισθεῖσα,
σπεῦσον ἀπολλύμεθα, ὑπὸ πλήθους πταισμάτων·
μὴ ἀποστρέψῃς σοὺς δούλους κενούς· σὲ γὰρ
καὶ μόνην ἐλπίδα κεκτήμεθα.
Ὠδὴ ζ΄. Εἰκόνος
χρυσῆς.
Ἢς πάλαι τοὺς τρεῖς, ἐκ καμίνου τοῦ
πυρὸς Παῖδας ἐῤῥύσω, ῥῦσαι Οἰκτίρμον τὸν οἰκέτην
σου, ὡς ἀγαθὸς δυσωπούμενός σε, τῆς ἐπερχομένης
ἀνάγκης, καὶ τῆς φλογώσεως Δέσποινα, τῶν ἀνυποίστων
τε πειρασμῶν, ὅπως δοξάζῃ σε.
Μόνος εἰδώς, τὴν
ἀσθένειαν Χριστὲ τὴν ἀνθρωπίνην, ὁ ὑποδείξας
ἐν ταῖς θλίψεσι, τὰς παρακλήσεις φιλάνθρωπε,
ῥῦσαι τοῦ παρόντος κινδύνου, τὸν οἰκέτην σου
ψάλλοντα· Εὐλογητὸς εἶ ὁ Θεὸς ὁ τῶν Πατέρων
ἡμῶν.
Δόξα.
Ἀγγέλων πληθύς, Ἀποστόλων, Προφητῶν,
Μαρτύρων θείων, καὶ Προπατόρων θεῖος σύλλογος,
τὸν ἀγαθὸν δυσωπήσατε, νῦν τὸν κοπετὸν μετατρέψαι,
εἰς χαρὰν τοῦ κραυγάζοντος· Εὐλογητὸς εἶ
ὁ Θεὸς ὁ τῶν Πατέρων ἡμῶν.
Καὶ νῦν. Θεοτοκίον.
Μόνη
ἐλπίς, καὶ βοήθεια πιστῶν Θεογεννῆτορ, σπεῦσον
βοήθησον τῷ οἰκέτῃ σου, χειμαζομένῳ ταῖς θλίψεσι,
πανταχόθεν καὶ ἠπορημένῳ καὶ ἐν ὀδύνῃ ὑπάρχοντι,
καὶ καταφύγοντι εἰς σέ, ἐν πεποιθήσει ψυχῆς.
Ὠδὴ
η΄. Τὸν ἐν καμίνῳ τοῦ πυρὸς
Παύλου καὶ Σίλα
τὰς εὐχάς, ὡς ἐδέξω καὶ δεσμῶν τούτους ἐῤῥύσω,
καὶ ἡμῶν Ἐλεῆμον τῶν ἀναξίων νυνὶ, βοώντων
τὰς φωνὰς ἐπάκουσον, καὶ ῥῦσαι τὸν σὸν δοῦλον,
φθορᾶς τε καὶ θανάτου.
Μὴ ἀποστρέψῃς ἀπ’ ἐμοῦ,
τοῦ οἰκέτου σου Χριστὲ τὸ πρόσωπόν σου, ὅτι
θλίβομαι ταχύ, ἐπάκουσόν με Σωτήρ, καὶ ῥῦσαι
τοῦ παρόντος κλύδωνος, δι’ ἡμῶν βοᾷ σοι ὁ δοῦλός
σου Οἰκτίρμον.
Δόξα.
Ταῖς ἱκεσίαις ὁ Θεός,
τῶν ἀΰλων Λειτουργῶν καὶ Ἀποστόλων, καὶ Μαρτύρων
χορείας, καὶ Ἱερῶν Προφητῶν, Ὁσίων, Δικαίων
ἁπάντων τε, ῥῦσαι τὸν σὸν δοῦλον, τοῦ χαλεποῦ
κινδύνου.
Καὶ νῦν. Θεοτοκίον.
Καταφυγὴ Χριστιανῶν,
βοηθὲ τῶν ἐν δεινοῖς χειμαζομένων, Παναγία
Παρθένε, μὴ ὑπερίδῃς τὸν σόν, οἰκέτην κινδύνοις
ποντούμενον, καὶ τῇ κραταιᾷ σου προσφυγόντα
νῦν σκέπῃ.
Ὠδὴ θ΄. Τὸν ἐκ Θεῦ Θεὸν Λόγον.
Τὰ
λυπηρὰ τοῦ σοῦ δούλου, καὶ παρόντος κινδύνου,
τὴν ζάλην τὴν πολλὴν καὶ χαλεπήν, μεταποίησον
Δέσποτα, καὶ μετάτρεψον τότε, τό
πένθος εἰς
χαρὰν διηνεκῆ· ἵνα πίστει καὶ πόθῳ, ἀπαύστως
μεγαλύνῃ σε.
Σοῦ τὴν πολλὴν εὐσπλαγχνίαν,
μὴ νικήσῃ Οἰκτίρμον, τὸ πλῆθος τῶν ἀμέτρων
μου κακῶν· ἀλλὰ συνήθει ἐλέει σου, δι’ ἡμῶν
σοι κραυγάζει, ὁ δοῦλός σου σῶσον, καὶ ῥῦσαί
με Χριστέ, ἀπὸ βλάβης παντοίας, ὁ μόνος πολυέλεος.
Δόξα.
Φεῖσαί
μου Κύριε φεῖσαι, ὅταν μέλλῃς σε κρῖναι, καὶ
μὴ καταδικάσῃς με εἰς πῦρ· μὴ τῷ θυμῷ σου ἐλέγξῃς
με· δυσωπεῖ σε Παρθένε, ἡ σὲ κυοφορήσασα Χριστέ,
τῶν Ἀγγέλων τὰ πλήθη, καὶ τῶν Μαρτύρων σύλλογος.
Καὶ
νῦν. Θεοτοκίον.
Ὑπεραγία Παρθένε, μετὰ τῶν
ἀσωμάτων, Λειτουργῶν καὶ Ἁγίων Ἀγγέλων, Ἀποστόλων,
Προφητῶν, Μαρτύρων, καὶ Ὁσίων ἁπάντων, τὸν μόνον
ὑπεράγαθον Θεὸν ἐκδυσωπήσατε, ῥυσθῆναι κακώσεως
τοῦ δούλου σου.
Εἶθ’ οὕτως. Ἄξιον ἐστὶν ὡς ἀληθῶς.
Πᾶσαι
τῶν Ἀγγέλων αἱ στρατιαί.
Δέσποινα καὶ Μήτηρ
τοῦ Λυτρωτοῦ.
Εἶτα μνημονεύει τὸν ἀσθενῆ.
Εἶθ’ οὕτω λαμβάνει θρυαλλίδα, καὶ συναλείφει
αὐτόν.
Καὶ λέγει τὴν Εὐχήν.
Πατέρ Ἅγιε, ἰατρὲ
τῶν ψυχῶν, καὶ τῶν σωμάτων ἡμῶν, ὁ πέμψας τὸν
μονογενῆ σου Υἱόν, τὸν Κύριον ἡμῶν Ἰησοῦν Χριστόν,
πᾶσαν νόσον
ἰώμενον, καὶ ἐκ θανάτου λυτρούμενον, ἴασαι καὶ τὸν δοῦλόν σου (τὸν δεῖνα) ἐκ τῆς περιεχούσης αὐτὸν ψυχικῆς, καὶ σωματικῆς ἀσθενείας, διὰ τῆς χάριτος τοῦ Χριστοῦ σου· καὶ ζωοποίησον αὐτὸν κατὰ τὸ σοὶ εὐάρεστον, ὅπως τὴν ὀφειλομένην σοι εὐχαριστίαν, καὶ προσκύνησιν, ἐν ἀγαθοεργίαις ἀποπληροῖ. Πρεσβείαις τῆς ὑπερευλογημένης ἐνδόξου Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου, καὶ Ἀειπαρθένου Μαρίας, καὶ πάντων σου τῶν Ἁγίων. Ὅτι σὺ εἶ ἡ πηγὴ τῶν ἰαμάτων, καὶ σοὶ τὴν δόξαν ἀναπέμπομεν, τῷ Πατρί, καὶ τῷ Υἱῷ, καὶ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, νῦν, καὶ ἀεί, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Εὐχὴ ἑτέρα ἐκ τοῦ Εὐχελαίου.
Κύριε ὁ
Θεὸς ἡμῶν, ὁ παιδεύων καὶ πάλιν ἰώμενος, ὁ ἐγείρων
ἀπὸ γῆς πτωχόν, καὶ ἀπὸ κοπρίας ἀνυψῶν πένητα·
ὁ τῶν ὀρφανῶν πατήρ, καὶ τῶν χειμαζομένων λιμήν,
καὶ τῶν νοσούντων ἰατρός· ὁ τὰς ἀσθενείας
ἡμῶν ἀπόνως βαστάζων, καὶ τὰς νόσους ἡμῶν λαμβάνων·
ὁ ἐν ἱλαρότητι ἐλεῶν· ὁ ὑπερβαίνων ἀνομίας,
καὶ ἐξαίρων ἀδικίας· ὁ ταχὺς εἰς βοήθειαν,
καὶ βραδὺς εἰς ὀργήν· ὁ ἐκφυσήσας εἰς τοὺς
σεαυτοῦ Μαθητάς, καὶ εἰπών· Λάβετε Πνεῦμα Ἅγιον·
ἄντινων ἀφῆτε τὰς ἁμαρτίας, ἀφίενται αὐτοῖς·
ὁ δεχόμενος τῶν ἁμαρτωλῶν τὴν μετάνοιαν, καί
ἐξουσίαν ἔχων, συγχωρεῖν ἁμαρτίας πολλάς καὶ
χαλεπάς, καὶ ἴασιν παρέχων πᾶσι τοῖς ἐν ἀσθενείᾳ
καὶ μακρονοσίᾳ διάγουσιν· ὁ καὶ ἐμὲ τὸν τον
ταπεινόν,
καὶ ἁμαρτωλόν, καὶ ἀνάξιον δοῦλόν σου τὸν ἐν
πολλαῖς ἁμαρτίαις συμπεπλεγμένον, καὶ πάθεσιν
ἡδονῶν συγκυλινδόμενον, καλέσας εἰς τὸν ἅγιον
καὶ ὑπερμέγιστον βαθμὸν τῆς Ἱερωσύνης, καὶ
εἰσελθεῖν εἰς τὸ ἐνδότερον τοῦ καταπετάσματος,
εἰς τὰ Ἅγια τῶν Ἁγίων, ὅπου παρακύψαι οἱ Ἅγιοι
Ἄγγελοι ἐπιθυμοῦσι, καὶ ἀκοῦσαι τῆς Εὐαγγελικῆς
φωνῆς Κυρίου τοῦ Θεοῦ, καὶ θεάσασθαι αὐτοψεὶ
τὸ πρόσωπον τῆς Ἁγίας Ἀναφορᾶς, καὶ ἀπολαῦσαι
τῆς Θείας καὶ Ἱερᾶς Λειτουργίας· ὁ καταξιώσας
με ἱερουργῆσαι τὰ ἐπουράνιά σου Μυστήρια καὶ
προσφέρειν σοι δῶρά τε καὶ θυσίας ὑπὲρ τῶν
ἡμετέρων ἁμαρτημάτων, καὶ τῶν τοῦ Λαοῦ ἀγνοημάτων,
καὶ μεσιτεῦσαι ὑπὲρ τῶν λογικῶν σου προβάτων,
ἵνα διὰ τῆς πολλῆς καὶ ἀφάτου σου φιλανθρωπίας
τὰ παραπτώματα αὐτῶν ἐξαλείψῃς. Αὐτὸς ὑπεράγαθε
Βασιλεῦ, ἐνώτισαι τὴν προσευχήν μου ἐν ταύτῃ
τῇ ὥρᾳ τε καὶ ἁγίᾳ ἡμέρᾳ, καὶ ἐν παντὶ καιρῷ
καὶ τόπῳ καὶ πρόσχες τῇ φωνῇ τῆς δεήσεώς μου,
καὶ τῷ δούλῳ σου (τῷ δεῖνα) τῷ ἐν ἀσθενείᾳ ψυχῆς
καὶ σώματος ὄντος, τὴν ἴασιν δώρησαι, παρέχων
ἄφεσιν ἁμαρτιῶν αὐτῷ, καὶ συγχώρησιν πλημμελημάτων
ἑκουσίων τε καὶ ἀκουσίων, θεράπευσον αὐτοῦ
πληγὰς ἀνιάτους, πᾶσάν τε νόσον καὶ πᾶσαν μαλακίαν.
Δώρησαι αὐτῷ ψυχικὴν ἴασιν, ὁ ἁψάμενος τῆς
πενθερᾶς τοῦ Πέτρου, καὶ ἀφῆκεν αὐτὴν ὁ πυρετός,
καὶ ἠγέρθη, καὶ διηκόνει σοι. Αὐτὸς Δέσποτα
καὶ τῷ δούλῳ σου (τῷ δεῖνα) παράσχου ἰατρείαν,
καὶ ἀπαλλα-
γὴν πάσης φθοροποιοῦ ἀλγηδόνος,
καὶ μνήσθητι τῶν πλουσίων σου οἰκτιρμῶν καὶ
τοῦ ἐλέους σου. Μνήσθητι, ὅτι ἐπιμελῶς ἔγκειται
ἡ διάνοια τοῦ ἀνθρώπου ἐπὶ τὰ πονηρὰ ἐκ νεότητος
αὐτοῦ, καί οὐδεὶς εὑρίσκεται ἀναμάρτητος
ἐπὶ τῆς γῆς. Σὺ γὰρ μόνος ἐκτὸς ἁμαρτίας ὑπάρχεις,
ὁ ἐλθών, καὶ σώσας τὸ ἀνθρώπινον γένος, καὶ ἐλευθερώσας
ἡμᾶς ἐκ τῆς δουλείας τοῦ ἐχθροῦ. Ἐὰν γὰρ εἰς
κρίσιν ἔλθῃς μετὰ τοῦ δούλου σου, οὐδεὶς εὑρεθήσεται
καθαρὸς ἀπὸ ῥύπου· ἀλλὰ πᾶν στόμα φραγήσεται,
μὴ ἔχον τί ἀπολογήσασθαι, ὅτι ὡς ῥάκος ἀποκαθημένης
πᾶσα δικαιοσύνη ἡμῶν ἐνώπιόν σου· διὰ τοῦτο
ἁμαρτίας νεότητος ἡμῶν μὴ μνησθῇς Κύριε. Σὺ
γὰρ ὑπάρχεις ἐλπὶς τῶν ἀπηλπισμένων, καὶ ἀνάπαυσις
τῶν κοπιώντων καὶ πεφορτισμένων ἐν ἀνομίαις,
καὶ σοὶ τὴν δόξαν ἀναπέμπομεν, σὺν τῷ ἀνάρχῳ
σου Πατρί, καὶ τῷ Παναγίῳ, καὶ ἀγαθῷ καὶ ζωοποιῷ
σου Πνεύματι, νῦν, καὶ ἀεί, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας
τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
Εὐχὴ Ἑτέρα.
Εὐχαριστοῦμέν σοι Κύριε
ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὁ ἀγαθὸς καὶ φιλάνθρωπος, καὶ ἰατρὸς
τῶν ψυχῶν καὶ τῶν σωμάτων ἡμῶν· ὁ τὰς νόσους
ἡμῶν ἀπόνως βαστάζων, οὗ τῷ μώλωπι πάντες ἰάθημεν·
ὁ Ποιμὴν ὁ καλός, ὁ εἰς ἀναζήτησιν ἐλθὼν τοῦ
πλανηθέντος προβάτου· ὁ τοῖς ὀλιγοψύχοις
διδούς παραμυθίαν, καὶ ζωὴν τοῖς συντετριμμένοις·
ὁ τὴν
πληγὴν τῆς Αἱμοῤῥοούσης δωδεκαετῆ
οὖσαν ἰασάμενος· ὁ τὴν θυγατέρα τῆς Χαναναίας
τοῦ χαλεποῦ δαιμονίου ἐλευθερώσας· ὁ τὸ δάνειον
χαρισάμενος τοῖς δυσὶ χρεωφειλέταις, καὶ τῇ
ἁμαρτωλῷ τὴν ἄφεσιν δούς· ὁ τὴν ἴασιν τῷ Παραλυτικῷ
δωρησάμενος σὺν τῇ ἀφέσει τῶν ἁμαρτιῶν αὐτοῦ·
ὁ τὸν Τελώνην τῷ λόγῳ δικαιώσας, καὶ τὸν Λῃστὴν
ἐν τῇ ἐσχάτῃ αὐτοῦ ὁμολογίᾳ προσδεξάμενος·
ὁ τὰς ἁμαρτίας τοῦ Κόσμου ἀράμενος, καὶ τῷ Σταυρῷ
προσηλώσας. Σὲ δεόμεθα, καὶ σὲ ἱκετεύομεν ἐν
τῇ ἀγαθότητί σου· αὐτὸς ἄνες, ἄφες, συγχώρησον
ὁ Θεὸς τὰς ἀνομίας καὶ τὰς ἁμαρτίας τοῦ δούλου
σου (τοῦ δεῖνα,) τὰ πλημμελήματα αὐτοῦ τὰ ἑκούσια,
καὶ τὰ ἀκούσια, τὰ ἐν γνώσει, καὶ ἐν ἀγνοίᾳ, τὰ
ἐν παραβάσει, καὶ ἐν παρακοῇ, τὰ ἐν νυκτί, καὶ
ἐν ἡμέρᾳ· ἢ ὑπὸ κατάραν Ἱερέως, ἢ πατρός, ἢ μητρὸς
ἐγένετο· ἢ ὀφθαλμὸν εἰσίασεν, ἢ ὄσφρησιν ἐξεθήλυνεν,
ἢ ἁφῇ κατεμαλακίθη, ἢ γλώσσῃ κατεπορνεύθη,
ἢ ἐν οἱᾳδήποτε κινήσει σαρκός καὶ πνεύματος
τοῦ σοῦ ἀπηλλοτριώθη θελήματος, καὶ τῆς σῆς
ἁγιότητος· ὅτι ἥμαρτεν αὐτός τε καὶ ἡμεῖς,
ὡς ἀγαθὸς καὶ ἀμνησίκακος Θεὸς καὶ φιλάνθρωπος
συγχώρησον· μὴ ἐῶν αὐτὸν καὶ ἡμᾶς εἰς τὸν
ῥερυπωμένον βίον καταπεσεῖν, μηδὲ εἰς τὰς
ὀλεθρίας ὁδοὺς ἀποτρέχειν. Ναὶ Δέσποτα Κύριε,
ἐπάκουσόν μου τοῦ ἁμαρτωλοῦ ἐν τῇ ὥρᾳ ταύτῃ
ὑπὲρ τοῦ δούλου σου (τοῦ δεῖνα,) πάριδε ὡς ἀμνησίκακος
Θεὸς τὰ παραπτώματα αὐτοῦ ἅπαντα· ἀπάλλαξον
αὐτὸν
τῆς αἰωνίου κολάσεως· τὸ στόμα αὐτοῦ
τῆς σῆς αἰνέσεως πλήρωσον· τὰ χείλη αὐτοῦ
ἄνοιξον πρὸς ἐργασίαν τῶν ἐντολῶν σου· τοὺς
πόδας αὐτοῦ πρὸς δρόμον τοῦ Εὐαγγελίου σου
κατεύθυνον· πάντα αὐτοῦ τὰ μέλη καὶ τὴν διάνοιαν
τῇ σῇ κατασφαλιζόμενος χάριτι. Σὺ γὰρ εἶ ὁ Θεὸς
ἡμῶν, ὁ διὰ τῶν Ἁγίων σου Ἀποστόλων ἐντειλάμενος
ἡμῖν, λέγων· Ὅσα ἂν δήσητε ἐπὶ τῆς γῆς, ἔσται
δεδεμένα ἐν τοῖς Οὐρανοῖς, καὶ ὅσα ἂν λύσητε
ἐπὶ τῆς γῆς, ἔσται λελυμένα ἐν τοῖς Οὐρανοῖς·
καὶ πάλιν· Ἄντινων ἀφῆτε τὰς ἁμαρτίας, ἀφίενται
αὐτοῖς· οὕτινων κρατῆτε, κεκράτηνται· καὶ
ὡς ἐπήκουσας Ἐζεκίου ἐν τῇ θλίψει τῆς ψυχῆς
αὐτοῦ ἐν τῇ ὥρᾳ τοῦ θανάτου αὐτοῦ, καὶ οὐ παρεῖδες
τὴν δέησιν αὐτοῦ· οὕτω κἀμοῦ τοῦ ταπεινοῦ
καὶ ἁμαρτωλοῦ καὶ ἀναξίου δούλου σου, ἐπάκουσον
ἐν τῇ ὥρᾳ ταύτῃ. Σὺ γὰρ εἶ Κύριε Ἰησοῦ Χριστέ,
ὁ ἑβδομηκοντάκις ἑπτὰ ἀφιέναι τοῖς περιπίπτουσιν
ἐν ἁμαρτίαις κελεύσας, τῇ σῇ ἀγαθότητι καὶ
φιλανθρωπίᾳ, καὶ μετανοῶν ἐπὶ ταῖς κακίαις
ἡμῶν, καὶ χαίρων ἐπὶ τῇ ἐπιστροφῇ τῶν πεπλανημένων,
ὅτι ὡς ἡ μεγαλωσύνη σου, οὕτω καὶ τὸ ἔλεός σου.
Καὶ σοὶ τὴν δόξαν ἀναπέμπομεν, σὺν τῷ ἀνάρχῳ
σου Πατρί, καὶ τῷ Παναγίῳ, καὶ ἀγαθῷ, καὶ ζωοποιῷ
σου Πνεύματι, νῦν, καὶ ἀεί, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας
τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
ΕΥΧΗ ΕΙΣ ΑΣΘΕΝΟΥΝΤΑ.
Δέσποτα
Κύριε Σαβαὼθ ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὁ Πατὴρ τοῦ Κυρίου
ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, ὁ ἐπὶ τῶν Χερουβὶμ καθεζόμενος,
καὶ ὑπὸ τῶν Σεραφὶμ ἀνυμνούμενος, ὁ ἐν ὑψηλοῖς
κατοικῶν, καὶ τὰ ταπεινὰ ἐφορῶν, ὁ ἀνατέλλων
τὸν ἥλιον ἐπὶ πονηρούς, καὶ ἀγαθούς, καὶ βρέχων
ἐπὶ δικαίους, καὶ ἀδίκους· ὁ διακρατῶν, καὶ
διακυβερνῶν ἀῤῥήτῳ δυνάμει καὶ σοφίᾳ πᾶσαν
τὴν Κτίσιν, καὶ πᾶσαν πνοήν, ὁ παιδεύων καὶ πάλιν
ἰώμενος· δέξαι με προσερχόμενον τῇ σῇ ἀγαθότητι·
καὶ μὴ βδελύξῃ με τὸν ἁμαρτωλόν, ἀλλ’ ἐπάκουσον
τῆς φωνῆς τῆς δεήσεώς μου, καὶ ἐξαπόστειλον
βοήθειαν ἐξ ἁγίου κατοικητηρίου σου, σπλαγχνισθεὶς
ἐπὶ τῷ πλάσματι τῶν χειρῶν σου, ὁ πάντων τὰς
προσευχὰς ἐπακούων· καὶ ἴασαι τὸν δοῦλόν
σου (τὸν δεῖνα) ἐκ τῆς συνεχούσης αὐτὸν ἀσθενείας·
σὸν γὰρ ἐστὶ τὸ ἐλεεῖν καὶ σώζειν ἡμᾶς ὁ Θεὸς
ἡμῶν, καὶ σοὶ τὴν δόξαν ἀναπέμπομεν τῷ Πατρί,
καὶ τῷ Υἱῷ, καὶ τῷ Ἁγίῳ Πνεύματι, νῦν, καὶ ἀεί,
καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
ΕΥΧΗ ΕΙΣ ΒΑΣΚΑΝΙΑΝ.
Κύριε ὁ Θεὸς ἡμῶν
ὁ Βασιλεὺς τῶν αἰώνων, ὁ παντοκράτωρ καὶ παντοδύναμος,
ὁ ποιῶν πάντα καὶ μετασκευάζων μόνῳ τῷ βούλεσθαι·
ὁ τὴν ἑπταπλάσιον κάμινον, καὶ τὴν φλόγα τὴν
ἐν Βαβυλῶνι εἰς δρόσον μεταβαλών, καὶ τοὺς
Ἁγίους σου
Agiaſmat. Ε τρεῖς Παῖδας σώους διαφυλάξας,
ὁ ἰατρὸς καὶ θεραπευτής τῶν ψυχῶν ἡμῶν, ἡ ἀσφάλεια
τῶν εἰς σὲ ἐλπιζόντων· σὲ δεόμεθα, καὶ σὲ παρακαλοῦμεν,
ἀπόστησον, φυγάδευσον, καὶ ἀπέλασον πᾶσαν διαβολικὴν
ἐνέργειαν, πᾶσαν σατανικὴν ἔφοδον, καὶ πᾶσαν
ἐπιβουλήν, περιέργειάν τε πονηρὰν καὶ βλάβην,
καὶ ὀφθαλμῶν βασκανίας τῶν κακοποιῶν καὶ
πονηρῶν ἀνθρώπων ἀπὸ τοῦ δούλου σου (τοῦ δεῖνα,)
καὶ ὑπὸ ὡραιότητος, ἢ ἀνδρείας, ἢ εὐτυχίας,
ἢ ζήλου καὶ φθόνου, ἢ βασκανίας συνέβη. Αὐτὸς
Φιλάνθρωπε Δέσποτα ἔκτεινον τὴν κραταιάν
σου χεῖρα καὶ τὸν βραχίονά σου τὸν ἰσχυρὸν
καὶ ὕψιστον, καὶ ἐπισκοπῶν ἐπισκόπησον τὸ
πλάσμα τοῦτο, καὶ κατάπεμψον αὐτῷ Ἄγγελον
εἰρηνικόν, κραταιόν, ψυχῆς καὶ σώματος φύλακα,
ὃς ἐπιτιμήσει καὶ ἀπελάσει ἀπ’ αὐτοῦ πᾶσαν
πονηρὰν βουλήν, πᾶσαν φαρμακείαν, καὶ βασκανίαν
τῶν φθοροποιῶν καὶ φθονερῶν ἀνθρώπων· καὶ
ὑπὸ σοῦ ὁ σὸς ἱκέτης φρουρούμενος μετ’ Εὐχαριστίας
ψάλλει σοι· Κύριος ἐμοὶ βοηθός, καὶ οὐ φοβηθήσομαι
τί ποιήσει μοι ἄνθρωπος· καὶ πάλιν· οὐ φοβηθήσομαι
κακά, ὅτι σὺ μετ’ ἐμοῦ εἶ· ὅτι σὺ εἶ ὁ Θεὸς κραταίωμά
μου, ἰσχυρὸς ἐξουσιαστής, ἄρχων εἰρήνης, πατὴρ
τοῦ μέλλοντος αἰῶνος. Ναί Κύριε ὁ Θεὸς ἡμῶν
φεῖσαι τοῦ πλάσματός σου, καὶ ῥῦσαι τὸν δοῦλόν
σου ἀπὸ πάσης βλάβης καὶ ἐπηρείας τῆς ἐκ τῆς
βασκανίας γινομένης, καὶ ἀνώτερον αὐτὸν παντὸς
κακοῦ διαφύλαξον· πρεσβείαις τῆς ὑπερευλογημένης
ἐνδόξου
Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καὶ Ἀειπαρθένου
Μαρίας, τῶν φωτοειδῶν Ἀρχαγγέλων, καὶ πάντων
σου τῶν Ἁγίων. Ἀμήν.
ΕΥΧΗ ΕΙΣ ΠΑΣΑΝ ΑΡΡΩΣΤΙΑΝ.
Δέσποτα παντοκράτορ,
καὶ ἰατρὲ ψυχῶν καί σωμάτων· ὁ ταπεινῶν καὶ
ἀνυψῶν· ὁ παιδεύων, καὶ πάλιν ἰώμενος, τὸν ἀδελφὸν
ἡμῶν (τὸν δεῖνα) τὸν ἀσθενοῦντα ἐπίσκεψαι ἐν
τῷ ἐλέει σου. Ἔκτεινον τὸν βραχίονά σου τὸν
πλήρη ἰάσεως καὶ θεραπείας, καὶ ἴασαι αὐτόν,
ἐξανιστῶν ἀπὸ κλίνης καὶ ἀῤῥωστίας· ἐπιτίμησον
τῷ πνεύματι τῆς ἀσθενείας· ἀπόστησον ἀπ’
αὐτοῦ πᾶσαν πληγήν, πᾶσαν ἀλγηδόνα, πᾶσαν μάστιγα,
πάντα πυρετόν, ἢ ῥῖγος· καὶ εἰ ἔστιν ἐν αὐτῷ
πλημμέλημα, ἢ ἀνόμημα, ἄνες, ἄφες, συγχώρησον
διὰ τὴν σὴν φιλανθρωπίαν. Ναί Κύριε φεῖσαι
τοῦ πλάσματός σου, ἐν Χριστῷ Ἰησοῦ τῷ Κυρίῳ
ἡμῶν· μεθ’ οὗ εὐλογητὸς εἶ, σὺν τῷ Παναγίῳ,
καὶ ἀγαθῷ, καὶ ζωοποιῷ σου Πνεύματι, νῦν, καὶ
ἀεί, καὶ εἰς τοὺς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν.
ΕΥΧΗ ΤΩΝ ἉΓΙΩΝ ΕΠΤΑ ΠΑΙΔΩΝ,
Εἰς ἀσθενῆ,
καὶ μὴ ὑπνοῦντα.
Ὁ Θεὸς ὁ μέγας, καὶ αἰνετός,
καὶ ἀκατάληπτος, καὶ ἀνεκδιήγητος, ὁ πλάσας
τὸν ἄνθρωπον τῇ χειρί σου, καὶ λαβὼν ἀπὸ τῆς
γῆς, καὶ τῇ Εἰκόνι τῇ σῇ τιμήσας αὐτόν, Ἰησοῦ
Χριστέ
τὸ ἐπιπόθητον ὄνομα, σὺν τῷ ἀνάρχῳ
σου Πατρί, καὶ τῷ παναγίῳ, καὶ ἀγαθῷ, καὶ ζωοποιῷ
σου Πνεύματι, ἐπιφάνηθι ἐπὶ τὸν δοῦλόν σου
(τὸν δεῖνα,) καὶ ἐπίσκεψαι αὐτὸν ψυχῇ καὶ σώματι,
δυσωπούμενος ὑπὸ τῆς πανευδόξου Δεσποίνης
ἡμῶν Θεοτόκου καὶ Ἀειπαρθένου Μαρίας· τῶν
Ἁγίων ἐπουρανίων Δυνάμεων ἀσωμάτων· τοῦ τιμίου
ἐνδόξου Προφήτου Προδρόμου καὶ Βαπτιστοῦ
Ἰωάννου· τῶν Ἁγίων ἐνδόξων καὶ πανευφήμων
Ἀποστόλων· τῶν ἐν Ἁγίοις Πατέρων ἡμῶν καὶ
Οἰκουμενικῶν Διδασκάλων, Βασιλείου τοῦ Μεγάλου,
Γρηγορίου τοῦ Θεολόγου, καὶ Ἰωάννου τοῦ Χρυσοστόμου,
Ἀθανασίου, καὶ Κυρίλλου, Νικολάου τοῦ ἐν Μύροις,
Σπυρίδωνος τοῦ Θαυματουργοῦ, καὶ πάντων τῶν
Ἁγίων Ἱεραρχῶν· τοῦ Ἁγίου Ἀποστόλου Πρωτομάρτυρος
καὶ Ἀρχιδιακόνου Στεφάνου· τῶν Ἁγίων ἐνδόξων
καὶ Μεγαλομαρτύρων, Γεωργίου τοῦ Τροπαιοφόρου,
Δημητρίου τοῦ Μυροβλύτου, Θεοδώρου τοῦ Στρατηλάτου,
καὶ πάντων τῶν Ἁγίων Μαρτύρων· τῶν Ὁσίων καὶ
Θεοφόρων Πατέρων ἡμῶν, Ἀντωνίου, Εὐθυμίου,
Σάββα τοῦ ἡγιασμένου, Θεοδοσίου τοῦ Κοινοβιάρχου,
Ὀνουφρίου, Ἀρσενίου, Ἀθανασίου τοῦ ἐν τῷ Ἄθῳ,
καὶ πάντων τῶν Ὁσίων· τῶν Ἁγίων καὶ ἰαματικῶν
Ἀναργύρων, Κοσμᾶ καὶ Δαμιανοῦ, Κύρου καὶ Ἰωάννου,
Παντελεήμονος καὶ Ἑρμολάου, Σαμψὼν καὶ Διομήδους,
Θαλαλαίου καὶ Τρύφωνος, καὶ τῶν λοιπῶν· τοῦ
Ἁγίου (τοῦ δεῖνα) καὶ πάντων σου τῶν Ἁγίων· καὶ
δὸς αὐτῷ ὕπνον ἀνέσεως, ὕπνον σωματικὸν ὑγείας
καὶ σωτη-
ρίας
#χειρόγραφα #18οςαιώνας #ευχές #βασκανία #βίοι

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου