Το έτος 1025, η Βυζαντινή Αυτοκρατορία δεν ήταν απλώς ένα ισχυρό κράτος· ήταν η μόνη αδιαμφισβήτητη υπερδύναμη του τότε γνωστού κόσμου. Ο θάνατος του Βασιλείου Β’ του Βουλγαροκτόνου άφησε πίσω του μια αυτοκρατορία που εκτεινόταν από τις πεδιάδες του Δούναβη μέχρι τα βουνά της Αρμενίας και τις ακτές της Κάτω Ιταλίας. Όμως, αυτή η δόξα αποδείχθηκε μια εύθραυστη κληρονομιά.
Πώς μια τέτοια ισχύς κατέρρευσε εκ των έσω σε μόλις μισό αιώνα; Η απάντηση κρύβεται στους διαδόχους του, οι οποίοι «δε φάνηκαν αντάξιοι συνεχιστές». Η μετάβαση από το ζενίθ στο ναδίρ δεν ήρθε από μια ξαφνική στρατιωτική ήττα, αλλά από μια σειρά εσωτερικών επιλογών που θυσίασαν το μέλλον του κράτους στον βωμό του πρόσκαιρου πολιτικού κέρδους.
Ζωή η Πορφυρογέννητη: Η γυναίκα που κρατούσε τα κλειδιά της Αυτοκρατορίας
Στην καρδιά αυτής της περιόδου βρίσκεται μια γυναίκα που έγινε το σύμβολο της δυναστικής νομιμότητας: η Ζωή η Πορφυρογέννητη. Ως κόρη του Κωνσταντίνου Η’ (1025-1028), η Ζωή δεν ήταν απλώς μια αυτοκράτειρα, αλλά ο ζωντανός σύνδεσμος με την ένδοξη Μακεδονική δυναστεία. Σε μια εποχή που η εξουσία χρειαζόταν «ταυτότητα», η νομιμότητα πήγαζε αποκλειστικά από το αίμα της.
Η Ζωή χρησιμοποίησε τον γάμο ως το απόλυτο εργαλείο επιβίωσης, προσφέροντας τον θρόνο σε τρεις διαδοχικούς συζύγους (Ρωμανό Γ' Αργυρό, Μιχαήλ Δ' τον Παφλαγόνα και Κωνσταντίνο Θ' Μονομάχο). Ωστόσο, η δύναμη της εικόνας της φάνηκε καθαρά στην περίπτωση του υιοθετημένου γιου της, Μιχαήλ Ε' του Καλαφάτη. Όταν εκείνος επιχείρησε το αδιανόητο—να εκτοπίσει τη Ζωή—ο λαός της Κωνσταντινούπολης εξεγέρθηκε μαζικά. Για τους πολίτες, η Ζωή ήταν η Αυτοκρατορία. Παρά τη λαϊκή λατρεία και τους τρεις γάμους της, η μοίρα της ήταν ειρωνική: πέθανε το 1050 άκληρη, σηματοδοτώντας το τέλος μιας εποχής που δεν θα επέστρεφε ποτέ.
Έγκλημα στο Λουτρό: Όταν η Φιλοδοξία Ξεπερνά την Ηθική
Η ιστορία της παρακμής γράφτηκε με αίμα μέσα στις κλειστές πόρτες του Παλατιού. Η πιο σκοτεινή στιγμή υπήρξε η δολοφονία του Ρωμανού Γ' Αργυρού. Στις 11 Απριλίου 1034, ο ηλικιωμένος αυτοκράτορας βρήκε φρικτό θάνατο: πνίγηκε μέσα στο λουτρό του, θύμα μιας συνωμοσίας της Ζωής και του νεαρού εραστή της, Μιχαήλ Δ'.
Η κυνικότητα των γεγονότων που ακολούθησαν σοκάρει ακόμα και τον σύγχρονο αναγνώστη. Με μια σπουδή που πρόδιδε την ενοχή τους, η Ζωή και ο Μιχαήλ τέλεσαν τους γάμους τους την ίδια ακριβώς ημέρα.
«Τέλεσαν τους γάμους τους, ενώ ακόμη ο νεκρός [Ρωμανός Γ'] βρισκόταν σε δωμάτιο του Παλατιού.»
Αυτό το περιστατικό δεν ήταν απλώς ένα έγκλημα πάθους, αλλά το σημείο μηδέν για την ηθική αποσύνθεση της ηγεσίας, όπου το αυτοκρατορικό αξίωμα έγινε αντικείμενο συναλλαγής και δολοπλοκίας.
Το Σχίσμα του 1054: Η Εκκλησία ως Αυτόνομος Παίκτης
Το Μεγάλο Σχίσμα του 1054 συχνά παρουσιάζεται ως μια δογματική κόντρα για το filioque (την εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος). Στην πραγματικότητα, ήταν μια βαθιά γεωπολιτική και πολιτική ρήξη. Η σύγκρουση μεταξύ του Πατριάρχη Μιχαήλ Κηρουλάριου και του Λεγάτου Ουμβέρτου ανέδειξε την αδυναμία της κεντρικής εξουσίας.
Ο Κωνσταντίνος Θ' Μονομάχος στάθηκε ανήμπορος να ελέγξει τον Κηρουλάριο, ο οποίος είχε εξελιχθεί σε έναν «πανίσχυρο σύμβουλο» και αυτόνομο πόλο εξουσίας. Η Εκκλησία της Ανατολής, υπερασπιζόμενη το μοντέλο της «δημοκρατικότερης πενταρχίας» έναντι της παπικής παντοδυναμίας, άρχισε να χαράζει δική της πολιτική. Το αποτέλεσμα; Μια ανεπανόρθωτη αποξένωση που στέρησε από το Βυζάντιο πολύτιμους συμμάχους στη Δύση την ώρα που οι απειλές πλήθαιναν.
Η Αυτοχειρία μιας Υπερδύναμης: Από τους Στρατιώτες στους Μισθοφόρους
Το μοιραίο σφάλμα που αποδόμησε την ισχύ του Βυζαντίου ήταν οικονομικό και στρατιωτικό. Ο Ρωμανός Γ' Αργυρός προέβη σε μια κίνηση με καταστροφικές συνέπειες: κατήργησε το «αλληλέγγυον». Αυτό ήταν το σύστημα που υποχρέωνε τους πλούσιους γαιοκτήμονες να καλύπτουν τους φόρους των φτωχότερων όταν εκείνοι αδυνατούσαν. Η κατάργησή του ήταν η «χαριστική βολή» για τα δημόσια έσοδα που στήριζαν τον στρατό, ευνοώντας προκλητικά την αριστοκρατία.
Με τον εγχώριο στρατό αποδυναμωμένο, η αυτοκρατορία στράφηκε σε ξένους μισθοφόρους. Αυτή η εσωτερική αποσύνθεση άνοιξε την πόρτα στους εξωτερικούς εχθρούς:
Οι Σελτζούκοι Τούρκοι εισέβαλαν στην Αρμενία. Αν και επί Κωνσταντίνου Θ' ηττήθηκαν προσωρινά, το ρήγμα είχε δημιουργηθεί.
Οι Νορμανδοί, υπό τον Ροβέρτο Γυϊσκάρδο, άρχισαν να κυριαρχούν στη Νότια Ιταλία. Μάλιστα, η αναγνώριση των νορμανδικών κτήσεων από τον Πάπα συνέδεσε οριστικά τη θρησκευτική αποξένωση (Σχίσμα) με τη γεωπολιτική απώλεια εδαφών.
Το Μάθημα της Ιστορίας
Η περίοδος 1025-1081 δεν ήταν απλώς μια σειρά ατυχών γεγονότων, αλλά μια δομική κρίση που άλλαξε τον χάρτη της Χριστιανοσύνης. Η άνοδος της δυναστείας των Κομνηνών το 1081 θα αποτελούσε την τελευταία μεγάλη ευκαιρία για ανασύνταξη πριν από το μοιραίο 1204.
Το Βυζάντιο εκείνης της εποχής μας διδάσκει ότι η πτώση ξεκινά πάντα από μέσα. Το ερώτημα παραμένει επίκαιρο: Μπορεί μια αυτοκρατορία να επιβιώσει όταν η εσωτερική της συνοχή θυσιάζεται στο βωμό των προσωπικών φιλοδοξιών και της ευνοιοκρατίας; Η ιστορία έδωσε την απάντησή της στα τείχη της Κωνσταντινούπολης.
Μια Εξαντλητική Ιστορική και Φιλολογική Ανατομία της Έκδοσης του 1792
1.Το Πλαίσιο της Έκδοσης και η Ταυτότητα του Έργου
Η παρούσα μελέτη εστιάζει σε ένα εξαιρετικά σπάνιο δείγμα της ελληνικής τυπογραφικής παραγωγής του τέλους του 18ου αιώνα, ένα πονάριο ή φυλλάδιο πολεμικής, το οποίο αποτελεί αψευδή μάρτυρα των πνευματικών ζυμώσεων στις ελληνικές παροικίες της Κεντρικής Ευρώπης. Σύμφωνα με τη σελίδα τίτλου, το έργο επιγράφεται: «Το παρόν βιβλιάριον το περιέχον μερικούς στίχους και άλλα τινά». Πρόκειται για μια έκδοση που λειτουργεί ως οργανική συνέχεια (συνέχεται) του προηγούμενου πονήματος του συγγραφέα, το οποίο τυπώθηκε στη Λειψία με τον δηλωτικό τίτλο «Κατά της ΑΓΝΟΙΑΣ του Νοός μου Παίγνιον».
Ο τόπος έκδοσης αναφέρεται ως «Κοσμόπολις» (1792), ένα συχνότατο ψευδώνυμο στην εκδοτική πρακτική του Διαφωτισμού. Η επιλογή αυτή δεν είναι τυχαία· από τη μία πλευρά εξυπηρετεί την αποφυγή της αυστηρής λογοκρισίας των αυστριακών ή σαξονικών αρχών και από την άλλη υποδηλώνει μια ιδεολογική οικουμενικότητα, ευθυγραμμισμένη με το πνεύμα του «πολίτη του κόσμου». Ο συγγραφέας, Δημήτριος Χ. Πολυζώτος (αναφερόμενος και ως Δημήτριος Χατζή Πολύζος), υιοθετεί το προσωπείο του «ταπεινού και ελάχιστου εν διδασκάλοις», ενώ δηλώνει την καταγωγή του από τη Θεσσαλονίκη, αυτοπροσδιοριζόμενος ως «Κοσμοπολίτης».
Από φιλολογική άποψη, η έκδοση κοσμείται από αξιοσημείωτα τυπογραφικά στοιχεία. Στη σελίδα 3 παρατηρούμε ένα περίτεχνο ξυλόγλυπτο επίτιτλο με παραστάσεις που παραπέμπουν στην κλασική παράδοση, ενώ η Είδηση της Βιέννης πλαισιώνεται από ανθέμια και τυπογραφικά κοσμήματα, στοιχεία που καταδεικνύουν την αισθητική επιμέλεια των τυπογραφείων της διασποράς.
2.Πλήρης και Πιστή Απόδοση του Κειμένου στη Νέα Ελληνική
Η Πρώτη Είδηση
Απευθυνόμενος στους Τιμιότατους και Ευγενέστατους Άρχοντες και Εμπόρους, ο Πολυζώτος εκθέτει με πάθος τα αίτια της έκδοσης «Δεν είναι λίγα εκείνα που με παρακίνησαν να εκδώσω στο Κοινό την παρούσα τυπωμένη Είδηση. Τα κυριότερα όμως ας είναι τρία: Πρώτον, επειδή βλέπω πως στον αιώνα που ζούμε, πολλοί ομογενείς μας που μεριμνούν για το κοινό καλό, απέκτησαν την καλή συνήθεια να δημοσιεύουν τυπωμένες Ειδήσεις (ανακοινώσεις). Αυτό το κάνουν για να φανερώσουν ότι το σύγγραμμά τους είναι έτοιμο να βγει στο Μεϊντάνι (την αγορά), προς κοινή ωφέλεια. Επειδή λοιπόν και εγώ, ανήκοντας στον κατάλογο των Σπουδαίων, αξιώθηκα να γίνω συγγραφέας και εξέδωσα το "Παιχνίδι του νου μου κατά της Άγνοιας", έκρινα εύλογο να φανερώσω τώρα και αυτούς τους στίχους που τυπώνω ξεχωριστά.
Δεύτερον, επειδή ενώ προηγουμένως υπήρξα δάσκαλος γεμάτος μαθητές, τους στερήθηκα τώρα, ίσως λόγω της μεγάλης μου επιμέλειας προς αυτούς. Σκέφτηκα λοιπόν να δώσω μια είδηση, όχι μιμούμενος άλλους που υπόσχονται ακατόρθωτα πράγματα (γιατί το να γίνω Μασκαράς δεν ταιριάζει στους δασκάλους), αλλά για να δηλώσω ότι είμαι έτοιμος να διδάξω ξανά με την ίδια επιμέλεια που έδειξα στην Ουγγαρία και τη Βλαχομπογδανία. Διαψεύδω όσους, νοσούντες από Άγνοια ή φθόνο, με κατηγόρησαν ότι δήθεν κακομεταχειρίζομαι τους μαθητές μου. Η προκοπή τους είναι η μόνη απόδειξη.
Τρίτον, οι Τύχες και Μεταβολές που υπέστη το έργο μου στη Βιέννη και τη Λειψία, όπου κακοτυπώθηκε και κάποιοι επιχείρησαν κρυφά να το διαφθείρουν για να δείξουν την κακία τους».
Το Τέταρτο Αίτιο Το «Βδέλυγμα»
Ο συγγραφέας προσθέτει μια δριμύτατη καταγγελία: «Προσθέτω και ένα τέταρτο αίτιο, το κυριότερο: Κάποιο Βδέλυγμα (συμπεραίνω πως είναι παλιός μαθητής μου), ένα ελεεινό ανθρωπάριο, εξέδωσε ανωνύμως ένα άθλιο γραπτό γεμάτο ψεύδη και ύβρεις εναντίον μου. Εκδίδω αυτούς τους στίχους για να καταλάβει ο καθένας πόσα κακά προξενεί η κατάρα της Άγνοιας».
Η Είδηση της Βιέννης
Η ανακοίνωση της Βιέννης: «Εγώ, ο Δημήτριος Χατζή Πολύζος, δάσκαλος από τη Θεσσαλονίκη (Κοσμοπολίτης), βρισκόμενος στη Βιέννη, συνέθεσα το "Παιχνίδι του νου μου" για να ωφελήσω την κοινότητα. Το βιβλίο πωλείται στη Βιέννη, στο σπίτι που ονομάζεται Pisti Haus (αρ. 700), προς 20 κράιτζερ. Σκοπός μου είναι να εκδικηθώ το άχρηστο πάθος της Άγνοιας».
Ποιητικά Μέρη
Τετράστιχο κατά της Άγνοιας: «Ω Άγνοια διαστρεβλωμένη στον λόγο και στο έργο! Διαστρεβλώνεις τα καλά και παίζεις μαζί τους. Κοίτα, ακροατή, πόσο αληθινά είναι αυτά που λέω».
Επίλογος: «Ω ελεεινά ανθρωπάκια, γιατί δεν σκεφτήκατε ότι υπάρχουν τόσα βιβλία; Αν διαβάζατε το δικό μου "Παίγνιον" σωστά, θα διορθωνόσασταν. Εγκαταλείψτε την κακία, αλλιώς θα μετανοήσετε» .
Ο Διάλογος Δασκάλου και Μαθητή
Ένα δραματοποιημένο απόσπασμα κοινωνικής σάτιρας: Δάσκαλος: Τι είναι τούτο, Πίθηκε; Πώς βρέθηκες εσύ "μέσα στα λάχανα", όπως λέει ο Αριστοφάνης; Μαθητής: Όχι εγώ, δάσκαλε, ορκίζομαι στον Θεό τον Δία. Πίστεψέ με! Δάσκαλος: Ποιος σε παρακίνησε λοιπόν εναντίον μου, αχρείο παιδί; Μαθητής: Δεν μπορώ να σου πω, δάσκαλε, συγγνώμη. Φοβάμαι τον πατέρα του και την κακή του γνώμη. Δάσκαλος: Πες μου, έτσι θα ζεις μαζί του; Καταλαβαίνεις τι λες όταν μιλάς; Μαθητής: Καλό μου δάσκαλε, δεν ξέρω τι μου λες. Άλλος μου τα υπαγόρευσε αυτά που λέω.
3.Η Κινητικότητα του Πολυζώτου στις Παροικίες
Η επαγγελματική διαδρομή του Πολυζώτου αποτυπώνει ανάγλυφα το φαινόμενο των περιπλανώμενων δασκάλων του 18ου αιώνα. Η γεωγραφική του δράση, όπως προκύπτει από το κείμενο, καλύπτει τις εξής περιοχές:
Ουγγαρία και Βλαχομπογδανία (Μολδοβλαχία): Περιοχές όπου άσκησε το διδασκαλικό λειτούργημα με ιδιαίτερη επιμέλεια.
Βιέννη και Λειψία: Τα κεντρικά εκδοτικά προπύργια όπου ο Πολυζώτος ήρθε σε επαφή με την τυπογραφία και τη λόγια ελίτ.
Η σχέση του με την εμπορική τάξη («Τιμιότατοι Άρχοντες και Έμποροι») είναι καθοριστική, καθώς αυτοί αποτελούσαν τη σπονδυλική στήλη της συνδρομητικής βάσης. Η αναφορά στο Pisti Haus (N. 700) στη Βιέννη είναι κρίσιμη· η αρίθμηση των οικιών υποδεικνύει την αστική οργάνωση της εποχής, ενώ η τιμή των 20 κράιτζερ τοποθετεί το έργο στην κατηγορία των προσιτών πλην όμως ποιοτικών εκδόσεων, διευκολύνοντας τη διασπορά του στο δίκτυο της παροικίας.
4. Η Σύγκρουση στη Βιέννη και τη Λειψία: Φιλολογική Κατασκοπεία και Διαφθορά
Ο Πολυζώτος καταγγέλλει μια πρωτοφανή γραμματολογική σκευωρία. Η δολιοφθορά που υπέστη το κείμενό του δεν περιορίστηκε σε απλή κριτική, αλλά επεκτάθηκε στη φιλολογική διαστρέβλωση. Σύμφωνα με τη σελίδα 8, οι επικριτές του προέβησαν σε «αναβιβασμό των τόνων από τη λήγουσα στην παραλήγουσα» και αλλαγές καταλήξεων, με προφανή σκοπό να εκθέσουν τον συγγραφέα ως αγράμματο και να ακυρώσουν το παιδαγωγικό του κύρος.
Κατηγορίες των Επικριτών
Απάντηση του Πολυζώτου
Κακομεταχείριση μαθητών: Κατηγορίες για ξύλο και διωγμό των νέων.
Η προκοπή των μαθητών: Η πρόοδος των διδαχθέντων αποτελεί την αδιαμφισβήτητη απόδειξη του ήθους του.
Παιδαγωγική αγυρτεία: Υποσχέσεις για ακατόρθωτα επιτεύγματα.
Άρνηση του ρόλου του «Μασκαρά»: Εμμονή στην ακρίβεια και την τυπογραφική/διδακτική δεοντολογία.
Φιλολογική ανεπάρκεια: Παρουσίαση του έργου ως λανθασμένου.
Καταγγελία δολιοφθοράς: Αποκάλυψη της ηθελημένης αλλαγής τόνων και καταλήξεων από τους αντιπάλους.
5. Ηθική και Παιδαγωγική Διάσταση: Το «Παίγνιον» ως Όπλο
Στο πλαίσιο του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, η ΑΓΝΟΙΑ για τον Πολυζώτο δεν συνιστά απλή έλλειψη γνώσης, αλλά μια οντολογική και ηθική διαστροφή. Συνδέεται άμεσα με την «κατάρα» που δηλητηριάζει την κοινωνική συνοχή. Η στάση του έναντι της πνευματικής αγυρτείας (ο όρος «Μασκαράς») αναδεικνύει την ανάγκη για έναν δάσκαλο που είναι «φύλαξ ακριβέστατος των υποσχέσεών του».
Ο διάλογος με τον Πίθηκο-Μαθητή αποτελεί μια οξεία αλληγορία. Ο μαθητής δεν είναι παρά ένα όργανο στα χέρια τρίτων (του πατέρα ή της «κακής γνώμης»), ο οποίος παπαγαλίζει ξένες ύβρεις. Η χρήση του Αριστοφάνη λειτουργεί εδώ ως εργαλείο κοινωνικού στιγματισμού, καταδεικνύοντας ότι η παιδεία χωρίς ηθικό έρεισμα μετατρέπει τον άνθρωπο σε πίθηκο της αλήθειας.
6. Ερμηνευτικό Λεξικό Κοινωνικών και Πολιτισμικών Όρων
Μεϊντάνι: Η δημόσια σφαίρα και η αγορά· ο χώρος όπου το έντυπο υποβάλλεται στη βάσανο της κοινής κρίσης.
Είδησις: Η λειτουργία της προαγγελίας μιας έκδοσης, απαραίτητο εργαλείο για τη συγκέντρωση συνδρομητών.
Βδέλυγμα: Όρος απόλυτης ηθικής απαξίωσης, που χρησιμοποιείται για να περιγράψει τον πνευματικά «μιαρό» αντίπαλο.
Κράιτζερ: Η νομισματική μονάδα αναφοράς, που μας επιτρέπει να κατανοήσουμε την αγοραστική αξία του βιβλίου στην αυστριακή επικράτεια.
Σπουδαίοι: Η πνευματική ελίτ των λογίων που έχουν πρόσβαση στα γράμματα και την τυπογραφία.
Σταμπαντόρες: Οι τυπογράφοι-εκδότες (Stampatori), αναδεικνύοντας τη διπλή ιδιότητα του Πολυζώτου ως πνευματικού δημιουργού και επιβλέποντος της παραγωγής.
7.Η Συμβολή του Πολυζώτου στον Νεοελληνικό Διαφωτισμό
Το έργο του Δημητρίου Πολυζώτου υπερβαίνει τα όρια μιας απλής προσωπικής αντιδικίας. Αποτελεί ένα πολύτιμο γραμματολογικό τεκμήριο που αποκαλύπτει τις εσωτερικές συγκρούσεις και την κοινωνιολογία της παιδείας του 18ου αιώνα. Η πρωτοτυπία του να μάχεται κανείς την άγνοια «παίζοντας» (χρησιμοποιώντας δηλαδή τη σάτιρα και τον έμμετρο λόγο) εντάσσει τον Πολυζώτο στην προοδευτική παράδοση των δασκάλων του Γένους. Η διαφύλαξη αυτού του παλαιτύπου στη Βιβλιοθήκη του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης διασώζει τη μνήμη μιας εποχής όπου η τυπογραφία ήταν το κύριο όπλο για την πνευματική χειραφέτηση του ελληνισμού.
Πρόκειται για τον Ιούλιο Καίσαρα του Σαίξπηρ, σε ελληνική σκηνική παραγωγή του 1931–1932, σε σκηνοθεσία Φώτου Πολίτη και στην Κεντρική Σκηνή. Το έργο του Σαίξπηρ γράφτηκε γύρω στο 1599–1600 και βασίζεται κυρίως στον Πλούταρχο, δραματοποιώντας τη συνωμοσία, τη δολοφονία του Καίσαρα και τον εμφύλιο που ακολουθεί.
Ο Σαίξπηρ δεν γράφει απλώς μια «βιογραφία» του Καίσαρα, αλλά ένα πολιτικό δράμα για τη σύγκρουση ανάμεσα στη δημοκρατία, την εξουσία και το προσωπικό ήθος. Κεντρικό πρόσωπο, παρά τον τίτλο, είναι συχνά ο Βρούτος, γιατί πάνω του πέφτει το ηθικό βάρος της απόφασης: σκοτώνει έναν φίλο στο όνομα της πολιτικής ευθύνης.
Η πλοκή συμπυκνώνει ιστορικά γεγονότα του 44 π.Χ.: τους οιωνούς, την άρνηση του Καίσαρα να ακούσει τις προειδοποιήσεις, τη δολοφονία στις Ειδούς του Μαρτίου, τον επιτάφιο λόγο του Μάρκου Αντωνίου και τη σύγκρουση στο Φιλίππιο. Ο Σαίξπηρ συμπιέζει τον χρόνο και αλλάζει λεπτομέρειες για θεατρική ένταση, κάτι που εξηγεί γιατί το έργο είναι περισσότερο πολιτική τραγωδία παρά σχολαστική ιστορική αναπαράσταση.
Η φωτογραφία δείχνει μια λιτή, τελετουργική σκηνική σύλληψη, με αυστηρή αρχιτεκτονική και έντονη αίσθηση χώρου-εξουσίας. Ταιριάζει πολύ σε έναν Σαίξπηρ που παίζεται όχι ως “αρχαίο” θέαμα, αλλά ως ψυχολογικό και πολιτικό δράμα, όπου οι μορφές μοιάζουν μικρές μπροστά στον μηχανισμό της Ιστορίας. Το γεγονός ότι πρόκειται για παραγωγή της εποχής του Φώτου Πολίτη έχει ιδιαίτερο βάρος, γιατί ο Πολίτης υπήρξε κεντρική μορφή της θεατρικής ανανέωσης στην Ελλάδα και συνδέθηκε με υψηλή αισθητική πειθαρχία και δραματουργική σοβαρότητα.
Η Ρώμη ως σκηνή της Ιστορίας
Στον Ιούλιο Καίσαρα του Σαίξπηρ η Ρώμη δεν είναι απλώς ένας τόπος· είναι ένας ζωντανός οργανισμός που πάλλεται ανάμεσα στον φόβο και τη φιλοδοξία, στη δημοκρατία και την τυραννία, στη λογική του καθήκοντος και στη μέθη της εξουσίας. Το έργο, που παρουσιάστηκε από την Κεντρική Σκηνή κατά τη θεατρική περίοδο 1931–1932, ανήκει στις σημαντικές σαίξπηρικές σκηνοθεσίες του Φώτου Πολίτη, ο οποίος υπήρξε ο μόνιμος σκηνοθέτης του νεοσύστατου Εθνικού Θεάτρου.
Η παράσταση φαίνεται να συλλαμβάνει τη ρωμαϊκή πολιτεία όχι ως πολύχρωμο ιστορικό σκηνικό, αλλά ως έναν ψυχρό και επιβλητικό χώρο εξουσίας. Στη φωτογραφία, η αρχιτεκτονική της σκηνής υψώνεται σαν πέτρινη παγίδα γύρω από τα πρόσωπα. Οι δύο μορφές που στέκονται στο βάθος μοιάζουν σχεδόν συνθλιμμένες από το μνημειακό περιβάλλον· και ακριβώς εκεί βρίσκεται η δύναμη της εικόνας: οι άνθρωποι αποφασίζουν την Ιστορία, αλλά ταυτόχρονα παραμένουν μικροί μπροστά της.
Ο Φώτος Πολίτης, σκηνοθέτης με έντονη συνείδηση της μορφής και του λόγου, μοιάζει να επιλέγει μια αισθητική αυστηρότητα που ταιριάζει απόλυτα στο έργο. Δεν υπάρχει εδώ περιττή διακοσμητικότητα. Η σκηνή θυμίζει αίθουσα Συγκλήτου, τόπο ανάκρισης και ταυτόχρονα χώρο τελετουργικής θυσίας. Η δολοφονία του Καίσαρα δεν παρουσιάζεται μόνο ως πολιτική πράξη, αλλά ως ρήξη μέσα στην ίδια την τάξη του κόσμου.
Ο Βρούτος και η αποτυχία της αρετής
Το ουσιαστικό κέντρο της τραγωδίας δεν είναι τόσο ο ίδιος ο Καίσαρας όσο ο Βρούτος. Ο Καίσαρας πέφτει από τα μαχαίρια των συνωμοτών, αλλά ο Βρούτος συντρίβεται από την εσωτερική του αμφιβολία. Θέλει να σώσει τη Ρώμη από την τυραννία, όμως δεν κατανοεί ότι η πολιτική δεν κυβερνάται μόνο από ιδέες και αρχές· κυβερνάται επίσης από πάθη, πλήθη, φόβους και ρητορική.
Η τραγωδία του είναι ότι επιχειρεί να διαπράξει ένα έγκλημα χωρίς να γίνει εγκληματίας. Θέλει να δολοφονήσει τον Καίσαρα, αλλά όχι να μισήσει τον άνθρωπο. Θέλει να προστατεύσει τη δημοκρατία, αλλά αδυνατεί να προβλέψει το χάος που θα γεννήσει η πράξη του. Ο Μάρκος Αντώνιος, αντίθετα, κατανοεί αμέσως τη δύναμη του θεάτρου, της εικόνας και του πλήθους. Ο περίφημος επιτάφιος λόγος του αποδεικνύει ότι η εξουσία δεν ανήκει πάντοτε σε εκείνον που έχει το δίκαιο μέρος, αλλά σε εκείνον που ξέρει να μιλά στην καρδιά των ανθρώπων.
Οι ηθοποιοί
Το διαθέσιμο εικαστικό τεκμήριο δεν αναγράφει τα ονόματα των ηθοποιών και, επειδή η φωτογραφία είναι μακρινή και χωρίς λεζάντα διανομής, δεν είναι ασφαλές να ταυτιστούν οι δύο εικονιζόμενοι με συγκεκριμένους ρόλους. Δεν θα ήταν, επομένως, ιστορικά σωστό να αποδώσω αυθαίρετα τα πρόσωπά τους στον Καίσαρα, τον Βρούτο ή τον Κάσιο.
Αυτό που μπορεί να ειπωθεί με βεβαιότητα είναι ότι η ερμηνευτική δομή μιας τέτοιας παράστασης στηρίζεται σε τρεις βασικούς άξονες:
Ο ηθοποιός του Βρούτου χρειάζεται εσωτερικότητα, συγκράτηση και μια φωνή που να φανερώνει άνθρωπο περισσότερο στοχαστικό παρά επαναστάτη.
Ο ηθοποιός του Καίσαρα οφείλει να αποδώσει όχι έναν απλό τύραννο, αλλά έναν ηγέτη που έχει ήδη γίνει σύμβολο και γι’ αυτό δυσκολεύεται να διακρίνει την πραγματικότητα από την εικόνα του.
Ο ηθοποιός του Μάρκου Αντωνίου χρειάζεται ρητορική ευκινησία και σκηνική θερμοκρασία· είναι ο άνθρωπος που μετατρέπει τον λόγο σε όπλο και το πλήθος σε πολιτική δύναμη.
Η παράσταση του Πολίτη ανήκει σε μια περίοδο κατά την οποία το Εθνικό Θέατρο μόλις διαμόρφωνε τη φυσιογνωμία του. Το Εθνικό εγκαινιάστηκε στις 19 Μαρτίου 1932, με τον Αγαμέμνονα του Αισχύλου και τον Θείο Όνειρο του Γρηγορίου Ξενόπουλου, ενώ ο Πολίτης υπήρξε ο πρώτος μόνιμος σκηνοθέτης του. Η επιλογή του Σαίξπηρ, επομένως, δεν ήταν τυχαία: εξέφραζε την επιθυμία μιας νέας εθνικής σκηνής να συνομιλήσει με το μεγάλο ευρωπαϊκό δραματολόγιο.
Η ετυμηγορία
Ο Ιούλιος Καίσαρ του Φώτου Πολίτη, όπως μας τον παραδίδει η φωτογραφία, φαίνεται να υπήρξε παράσταση λιτή, αυστηρή και βαθιά πολιτική. Η σκηνογραφία δεν στολίζει τη ρωμαϊκή Ιστορία· την απογυμνώνει. Μέσα σε αυτή την άδεια, σχεδόν απάνθρωπη σκηνική πολιτεία, οι ήρωες προχωρούν προς την καταστροφή τους με τη βεβαιότητα ανθρώπων που πιστεύουν ότι υπηρετούν το καλό.
Και όμως, η τραγωδία του Σαίξπηρ ψιθυρίζει κάτι πιο σκοτεινό: πως καμιά πολιτική δολοφονία δεν τελειώνει με τον θάνατο του τυράννου. Το αίμα που χύνεται στο Καπιτώλιο επιστρέφει ως εμφύλιος, ως δημαγωγία και ως νέα μορφή εξουσίας. Αυτή είναι και η διαχρονική αξία της παράστασης: η Ρώμη της δεν βρίσκεται μόνο στην αρχαιότητα· βρίσκεται σε κάθε εποχή όπου άνθρωποι, στο όνομα της ελευθερίας, ανοίγουν τον δρόμο σε μια καινούργια τυραννία.
Οι βασικοί πρωταγωνιστές της παράστασης «Ιούλιος Καίσαρ» του Εθνικού Θεάτρου, που παρουσιάστηκε στην Αθήνα στις 30 Μαρτίου 1932, σε σκηνοθεσία Φώτου Πολίτη, ήταν οι εξής:
Ρόλος
Ηθοποιός
Ιούλιος Καίσαρ
Νίκος Ροζάν
Μάρκος Βρούτος
Αιμίλιος Βεάκης
Κάσσιος
Κώστας Μουσούρης
Μάρκος Αντώνιος
Αλέξης Μινωτής
Οκτάβιος Καίσαρ
Νίκος Δενδραμής
Μάρκος Λέπιδος
Νίκος Παπαγεωργίου
Κάσκας
Γιώργος Γληνός
Καλπουρνία
Λέλα Ησαΐα
Πορκία
Άννα Σταυρίδου
Στη διανομή συμμετείχαν επίσης ο Μιχάλης Ιακωβίδης ως Κικέρων, ο Νέστωρ Παλμύρας ως Πόπλιος, ο Θάνος Κωτσόπουλος ως Ποπίλιος Λένας, ο Ηλίας Δεστούνης ως Δέκιμος Βρούτος, ο Νίκος Παρασκευάς ως Φλάβιος και ο Γιάννης Αυλωνίτης ως Μάρυλλος. Η παράσταση είχε μετάφραση του Κ. Καρθαίου, σκηνικά του Κλεόβουλου Κλώνη, κοστούμια του Αντώνη Φωκά και φωτισμούς του Βάλτερ Χόφμαν
Οι σημαντικότεροι πρωταγωνιστές
Ο Αιμίλιος Βεάκης, ως Βρούτος, κρατούσε τον πιο σύνθετο και τραγικό ρόλο του έργου. Ο Βρούτος δεν είναι ένας κοινός συνωμότης, αλλά ένας άνθρωπος που πιστεύει ότι θυσιάζει την προσωπική του αγάπη για χάρη της Ρώμης. Η επιλογή του Βεάκη πρέπει να έδινε στον ρόλο κύρος, εσωτερικότητα και ηθικό βάρος.
Ο Κώστας Μουσούρης, ως Κάσσιος, ενσάρκωνε την πιο πρακτική και εμπαθή πλευρά της συνωμοσίας. Εκεί όπου ο Βρούτος κινείται από ιδεαλισμό, ο Κάσσιος κινείται από καχυποψία, πολιτικό ένστικτο και προσωπική αντιπάθεια προς τον Καίσαρα.
Ο Αλέξης Μινωτής, στον ρόλο του Μάρκου Αντωνίου, είχε έναν από τους πιο θεατρικούς ρόλους της παράστασης. Ο Αντώνιος αρχικά φαίνεται υποταγμένος, όμως μετά τη δολοφονία μεταβάλλεται σε μεγάλο ρήτορα και πολιτικό σκηνοθέτη του πλήθους. Η παρουσία του Μινωτή πρέπει να ήταν ιδιαίτερα σημαντική στη γνωστή σκηνή του επιταφίου λόγου, όπου η λέξη μετατρέπεται σε δύναμη ανατροπής.
Ο Νίκος Ροζάν, ως Ιούλιος Καίσαρ, έπαιζε έναν ρόλο σχετικά περιορισμένο σε έκταση, αλλά κομβικό σε συμβολική σημασία. Ο Καίσαρας εμφανίζεται ως η προσωποποίηση της συγκεντρωμένης εξουσίας· ακόμη και μετά τον θάνατό του, το «πνεύμα του Καίσαρα» επιστρέφει στη σκηνή, γεγονός που καταγράφεται και στη διανομή, όπου ο ίδιος ηθοποιός αναφέρεται και ως το πνεύμα του Καίσαρα.
Η παράσταση συγκέντρωνε έτσι μερικά από τα σημαντικότερα ονόματα της ελληνικής σκηνής: τον Βεάκη, τον Μινωτή, τον Ροζάν και τον Μουσούρη. Δεν επρόκειτο μόνο για μεγάλη διανομή, αλλά για μια συνάντηση διαφορετικών υποκριτικών ιδιοσυγκρασιών: ο Βεάκης της εσωτερικής τραγικότητας, ο Μινωτής της ρητορικής ακρίβειας, ο Ροζάν της επιβλητικής σκηνικής παρουσίας και ο Μουσούρης της πολιτικής οξύτητας.
Οι διαθέσιμες ψηφιακές πηγές δεν μας επιτρέπουν να παραθέσουμε αυτούσιο, πλήρες κριτικό σημείωμα του 1932 για την ερμηνεία του Αλέξη Μινωτή. Ωστόσο, η μεταγενέστερη θεατρική μαρτυρία και η ιστοριογραφία του Εθνικού Θεάτρου δείχνουν ότι η ερμηνεία του ως Μάρκου Αντωνίου έγινε δεκτή με ιδιαίτερο θαυμασμό και θεωρήθηκε ένας από τους πρώτους σημαντικούς σταθμούς της πορείας του.ert+1
Η πιο χαρακτηριστική μαρτυρία προέρχεται από τον ηθοποιό Θάνο Κωτσόπουλο, ο οποίος έγραψε ότι πρώτα θαύμασε τον Μινωτή στον ρόλο του Ήμπεν και κατόπιν ακόμη περισσότερο όταν τον είδε ως Μάρκο Αντώνιο στον Ιούλιο Καίσαρα. Η διατύπωση αυτή «ο θαυμασμός μου μεγάλωσε» αποτυπώνει τον τρόπο με τον οποίο η συγκεκριμένη ερμηνεία έμεινε στη μνήμη ανθρώπων του θεάτρου.avalonofthearts
Γιατί ξεχώρισε
Ο Μινωτής δεν αντιμετώπισε τον Μάρκο Αντώνιο ως έναν απλό ρωμαίο στρατηγό ή ως έναν παθητικό φίλο του νεκρού Καίσαρα. Τον ανέδειξε ως άνθρωπο της σκηνικής μεταμόρφωσης: αρχικά συγκρατημένο και φαινομενικά υποχωρητικό, στη συνέχεια κυρίαρχο μέσα από τον λόγο και τη δύναμη της ρητορικής.
Η σκηνή του επιταφίου λόγου ήταν ασφαλώς το μεγάλο πεδίο της ερμηνευτικής του επιτυχίας. Εκεί ο Αντώνιος δεν θρηνεί απλώς τον Καίσαρα· χειραγωγεί το πλήθος, αλλάζει τη φορά της Ιστορίας και μετατρέπει την ευγλωττία σε πολιτικό όπλο. Η ερμηνεία απαιτούσε λεπτές μεταπτώσεις: ειρωνεία, προσποιητή ταπεινότητα, συγκρατημένη οργή και, τελικά, έκρηξη. Ο Μινωτής φαίνεται πως διέθετε ακριβώς αυτή την ικανότητα να χτίζει τη ρητορική ένταση βαθμιαία, χωρίς να την εξαντλεί από την πρώτη στιγμή.
Η σχέση με τον Φώτο Πολίτη
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει ότι ο Πολίτης φαίνεται να καθοδήγησε αυστηρά την προετοιμασία του Μινωτή. Μελέτη για το έργο του σκηνοθέτη αναφέρει χαρακτηριστικά ότι, στις πρόβες του Ιουλίου Καίσαρα, ο Πολίτης επενέβαινε στην ερμηνευτική εργασία του ηθοποιού και τον προειδοποιούσε για τον κίνδυνο του «πάθους» και της τεχνητής υπερβολής —τη γνωστή φράση “pathos and artifice”.
Αυτό έχει σημασία, επειδή εξηγεί πιθανώς τον χαρακτήρα της ερμηνείας: ο Μινωτής δεν επιδίωκε απλώς έναν εντυπωσιακό, ηχηρό ρήτορα. Ο στόχος ήταν να αποφύγει τη ρητορεία ως εξωτερικό στόμφο και να κάνει τον λόγο να φαίνεται ότι γεννιέται από πολιτική σκέψη και εσωτερική ανάγκη. Με άλλα λόγια, ο Αντώνιός του δεν ήταν μόνο μεγάλος ομιλητής· ήταν ένας άνθρωπος που σκηνοθετεί την αλήθεια μπροστά στο πλήθος.
Η θέση της ερμηνείας στην καριέρα του
Ο Μινωτής εντάχθηκε στο Εθνικό Θέατρο το 1932 και κατά την επόμενη δεκαετία αναδείχθηκε σε έναν από τους βασικούς πρωταγωνιστές του. Ο Ιούλιος Καίσαρ συγκαταλέγεται στους ρόλους που συνέβαλαν στην καθιέρωσή του ως σημαντικού δραματικού ηθοποιού, μαζί με τον Οιδίποδα, τον Άμλετ, τον Πέερ Γκυντ και τον Μάκβεθ.ert
Άρα, η πιο προσεκτική ιστορική διατύπωση είναι η εξής: οι διαθέσιμες μαρτυρίες δεν τεκμηριώνουν μια πλήρη, ομόφωνη κριτική αποτίμηση από τον Τύπο του 1932, αλλά τεκμηριώνουν σαφώς ότι η ερμηνεία του Μινωτή ως Μάρκου Αντωνίου ξεχώρισε και θεωρήθηκε αποφασιστικό βήμα στην καλλιτεχνική του διαδρομή. Η αναγνώριση δεν στηρίχθηκε μόνο στη δύναμη της φωνής του, αλλά κυρίως στην ικανότητά του να συνδυάζει τη ρητορική λάμψη με την εσωτερική πειθαρχία.
Η παράσταση «Ιούλιος Καίσαρ» είχε ιδιαίτερη σημασία για το ελληνικό θέατρο του 1932, επειδή παρουσιάστηκε σε μια κρίσιμη στιγμή: το Εθνικό Θέατρο μόλις είχε επανιδρυθεί και άνοιγε για πρώτη φορά τις πόρτες του στο κοινό. Τα εγκαίνια έγιναν στις 19 Μαρτίου 1932 με τον Αγαμέμνονα του Αισχύλου και τον Θείο Όνειρο του Ξενόπουλου, ενώ ο Ιούλιος Καίσαρ ακολούθησε στις 30 Μαρτίου.n-t+1
1. Εδραίωσε τη νέα εθνική σκηνή
Η παράσταση έδειχνε ότι το Εθνικό Θέατρο δεν θα περιοριζόταν μόνο στο αρχαίο ελληνικό δράμα ή στο ελληνικό ρεπερτόριο. Θα λειτουργούσε ως σκηνή με ευρύτερο ευρωπαϊκό και παγκόσμιο προσανατολισμό, παρουσιάζοντας Σαίξπηρ μαζί με τον Αισχύλο και τους νεότερους Έλληνες συγγραφείς. Ο Ιούλιος Καίσαρ ήταν, επομένως, μια δήλωση καλλιτεχνικής φιλοδοξίας: η ελληνική κρατική σκηνή διεκδικούσε θέση μέσα στην ευρωπαϊκή θεατρική παράδοση.ikee.lib.auth+1
2. Ανέδειξε τον Φώτο Πολίτη
Για τον Φώτο Πολίτη, η παράσταση ήταν μέρος του οράματός του για ένα θέατρο οργανωμένο, πειθαρχημένο και υψηλών καλλιτεχνικών απαιτήσεων. Από το 1932 έως τον θάνατό του, το 1934, σκηνοθέτησε περίπου τριάντα έργα, αρχαία δράματα και έργα του διεθνούς δραματολογίου. Ο Ιούλιος Καίσαρ ανήκει στις τρεις σημαντικές σαίξπηρικές σκηνοθεσίες του στο Εθνικό, μαζί με τον Έμπορο της Βενετίας και τον Οθέλλο.photodentro.edu+1
Η επιλογή του έργου επέτρεπε στον Πολίτη να συνδυάσει τον ποιητικό λόγο με τη μεγάλη σκηνική σύνθεση: πλήθος, πολιτική συγκέντρωση, συνωμοσία, ρητορική και εμφύλια σύγκρουση. Δεν ήταν απλώς ένα ιστορικό δράμα, αλλά μια δοκιμασία για τις δυνατότητες της νέας κρατικής σκηνής.
3. Συγκέντρωσε κορυφαίους ηθοποιούς
Η παραγωγή συγκέντρωσε σημαντικά ονόματα της εποχής, ανάμεσά τους τον Αιμίλιο Βεάκη ως Βρούτο, τον Κώστα Μουσούρη ως Κάσσιο, τον Νίκο Ροζάν ως Καίσαρα και τον Αλέξη Μινωτή ως Μάρκο Αντώνιο. Η παρουσία αυτών των ηθοποιών υπογράμμιζε τον θεσμικό χαρακτήρα της παράστασης και συνέβαλε στη διαμόρφωση ενός μόνιμου, υψηλού επιπέδου καλλιτεχνικού δυναμικού για το Εθνικό Θέατρο.retrodb+1
Ιδιαίτερα σημαντική ήταν η παρουσία του νεότερου τότε Μινωτή, ο οποίος άρχισε να καθιερώνεται μέσα από ρόλους μεγάλης δραματικής και ρητορικής έντασης. Ο Ιούλιος Καίσαρ δεν ήταν μόνο παράσταση του έργου του Σαίξπηρ· ήταν και παράσταση που έδειχνε ποιοι ηθοποιοί θα αποτελούσαν τον βασικό κορμό της ελληνικής σκηνής τις επόμενες δεκαετίες.
4. Εισήγαγε νέο σκηνικό ύφος
Η παραγωγή συνδέθηκε με ένα ενιαίο καλλιτεχνικό σχέδιο, στο οποίο συμμετείχαν ο Κλεόβουλος Κλώνης στα σκηνικά και ο Αντώνης Φωκάς στα κοστούμια, δύο συνεργάτες που παρέμειναν σταθερά συνδεδεμένοι με το Εθνικό Θέατρο.n-t+1
Η σκηνική εικόνα της φωτογραφίας χαρακτηρίζεται από λιτότητα, συμμετρία και μνημειακότητα. Η Ρώμη δεν αποδίδεται ως αρχαιολογική αναπαράσταση με πληθώρα διακοσμητικών λεπτομερειών, αλλά ως αυστηρός χώρος εξουσίας. Αυτή η αισθητική υπηρετούσε το πολιτικό και ηθικό περιεχόμενο του έργου.
5. Είχε έμμεση πολιτική επικαιρότητα
Ο Ιούλιος Καίσαρ μιλά για τη συγκέντρωση της εξουσίας, τον φόβο της τυραννίας, τη συνωμοσία και τη χειραγώγηση του πλήθους. Δεν πρέπει να προβάλλουμε μηχανικά τα γεγονότα του 1932 πάνω στο έργο, όμως η επιλογή του ήταν αναπόφευκτα πολιτικά φορτισμένη: σε μια περίοδο έντονων κοινωνικών και πολιτικών μεταβολών, το κοινό έβλεπε στη σκηνή τη σύγκρουση ανάμεσα στη δημοκρατική ιδέα και την προσωποπαγή εξουσία.
Η σημασία της παράστασης, λοιπόν, δεν βρισκόταν μόνο στην ιστορική της υπόθεση. Βρισκόταν στο ότι έθετε ενώπιον του κοινού ένα διαρκές ερώτημα: μπορεί μια πράξη βίας να δικαιολογηθεί όταν γίνεται στο όνομα της ελευθερίας; Αυτό ακριβώς έκανε τον Σαίξπηρ επίκαιρο για τη νέα ελληνική κρατική σκηνή.
Ο Ιούλιος Καίσαρ του 1932 ήταν σημαντικός επειδή:
συνέβαλε στην εδραίωση του νεοσύστατου Εθνικού Θεάτρου,
εξέφρασε το διεθνές και ευρωπαϊκό του ρεπερτόριο,
ανέδειξε τη σκηνοθετική αντίληψη του Φώτου Πολίτη,
συγκέντρωσε κορυφαίους ηθοποιούς,
και απέδειξε ότι ο Σαίξπηρ μπορούσε να μιλήσει άμεσα στο ελληνικό κοινό.
Με αυτή την έννοια, η παράσταση υπήρξε όχι απλώς μία επιτυχής παρουσίαση ενός σαιξπηρικού έργου, αλλά ένα από τα πρώτα θεμέλια του καλλιτεχνικού κύρους του Εθνικού Θεάτρου.
§1. Η αρχαία Ελληνική σκέψη αποτελεί διαχρονικά το αποφασιστικό άλμα της ιστορικο-λογικής ανέλιξης του ανθρωπίνου πνεύματος. Η Φαινομενολογία των φιλοσοφικο-πολιτισμικών του εκφάνσεων αναδύθηκε αργά, αλλά σταθερά από την αρχαία Ελληνική Πόλη-Πολιτεία· μια μορφή πολιτικής οργάνωσης, την οποία οι Έλληνες επέλεξαν για να ζήσουν και να ευδοκιμήσουν ως Ευρωπαίοι προπάτορες σε επίπεδο θεσμών, πολιτικής και πολιτισμικής ανάπτυξης, φιλοσοφίας, Λόγου και ορθολογικής σκέψης, τέχνης και ποίησης. Μια τέτοια γονιμότητα και ακμή πραγματώθηκε ιστορικά και λογίζεται διαχρονικά ως «θαύμα», ακριβώς επειδή η αρχαία Πόλις δεν ήταν μια απρόσωπη, θεσμική, πολυκέφαλη οντότητα, ανεξάρτητη από τους πολίτες, όπως είναι εν πολλοίς το σημερινό κράτος· ακριβώς επειδή μπόρεσε να κάνει πράξη την ουσιαστική συμμετοχή των πολιτών στη λήψη των αποφάσεων, να καταστήσει ύψιστη αρχή διοικητικής λειτουργίας της Πόλεως την ισονομία και ισηγορία, πέρα από κάθε είδους αντιπροσώπευση ή εκπροσώπηση, αυτή την αλλοτριωτική μορφή εξουσίας των εποχών μας, που συνθλίβει την πρωτοβουλία και την αυτενέργεια των πολιτών.
§2. Η Πόλις-Πολιτεία, και όχι Πόλις-Κράτος όπως λαθεμένα έχει καθιερωθεί να αποδίδεται σήμερα από πολλούς σύγχρονους/δυτικοευρωπαϊκούς μελετητές της ιστορίας, της πολιτικής, της φιλοσοφίας κ.λπ., έχει μια πολύ αρχαία προέλευση (πρβλ. Όμηρος: πτολίεθρον), αλλά βαθμιαία διαμορφώθηκε και έφτασε στο αποκορύφωμά της κατά τον 6ο π.Χ. αιώνα και κατά την Κλασική εποχή (5ος - 4ος αι. π.Χ.). Σημειωτέον ότι η ονομασία Πόλις-Κράτος συνδέεται με ένα στρεβλό αναχρονιστικό εγχείρημα πολλών πολιτισμικών, πολιτικών, ιστορικών και πνευματικών παραγόντων της νεωτερικής εποχής να ερμηνεύσουν την ελληνική δομή της πόλεως από τη σκοπιά της νεωτερικής έννοιας του κράτους. Πρόκειται κατ’ ουσία για μια βάναυση παρερμηνεία της ουσίας της αρχαίας έννοιας της πόλεως. Η ουσία της αρχαίας πόλεως συνάπτεται με την ψυχικο-πνευματική και ηθικο-κοινωνική ενότητα των πολιτών, διαχωρισμένη πλήρως από οποιαδήποτε απλώς βιολογική, γεωγραφική, διοικητική συνύπαρξη υπηκόων υπό την πολιτική ηγεμονία ενός προσώπου ή μιας ομάδας γραφειοκρατών. Μια τέτοια ψυχρή συνύπαρξη υπηκόων συνθέτει τον δομικό πυρήνα του σύγχρονου κράτους. Το τελευταίο είναι ένας πολύπλοκος γραφειοκρατικός μηχανισμός, άκρως συγκεντρωτικός και εξουσιαστικός που στέκεται πάνω από την κοινωνία και τη διοικεί ως έξωθεν απεσταλμένος φορέας της βίας. Στην αρχαία σκέψη η έννοια του κράτους αναφέρεται στον Προμηθέα Δεσμώτη του Αισχύλου ως η βία που υπηρετεί την εξουσία του Δία. Η Πόλις-Πολιτεία, απεναντίας, ως κοινότητα πολιτών και όχι υπηκόων προσφέρει όλες τις δυνατότητες για ν’ αναπτύσσεται ο άνθρωπος ως «πολιτικό ζώο», κατά τη φράση του Αριστοτέλη, δηλαδή ως ένα ον που διαθέτει λογική/Λόγο και γλώσσα και μπορεί να μεγαλουργήσει μόνο εντός της κοινότητας, γιατί από τη φύση του είναι κοινωνικό ον και διόλου απομονωμένο.
§3. Μέσα σε μια τέτοια κοινοτική πραγματικότητα θα ανθίσει η φιλοσοφία, η διαλεκτική, η ηθική, η λογοτεχνία, η ιστορία, άλλες επί μέρους επιστήμες κ.λπ. και θα διαμορφωθούν οι συνθήκες για μια αληθινά ευτυχισμένη ζωή Με τους Προσωκρατικούς (6ος–5ος αι. π.Χ.)., τους στοχαστές που προηγήθηκαν του Σωκράτη, άρχισε να χαράσσεται μια πλούσια γραμμή σκέψης, στην οποία λαμβάνει χώρα η πρώτη επαναστατική ρήξη της δυτικής φιλοσοφίας: γίνεται η μετάβαση από τον Μύθο στο Λόγο. Καλλιεργώντας το Λόγο διαχωρίζουν ριζικά τη σκέψη τους από τους μύθους και τις υπερφυσικές μυθοπλασίες σχετικά με την εξήγηση του φυσικού και κοινωνικού-συμπαντικού γίγνεσθαι· στρέφονται προς τη λογική εξήγηση του κόσμου και της ανθρώπινης κατάστασης. Φέρουν στο προσκήνιο επιστημονικές εξηγήσεις, βασιζόμενες όλες σε μια αρχέγονη/πρωταρχική αρχή, αντλούμενη είτε από τη φύση είτε από την καθαρή σκέψη πάνω σε αυτήν. Αυτοί πρώτοι (ιστορικά και λογικά) συνετέλεσαν στο να γεννηθεί μια θεμελιώδης στιγμή στον δυτικό πολιτισμό: όλα να συγκλίνουν στην ιδέα του Λόγου που διέπει τα πάντα. Ο Λόγος, ο Λογισμός, είναι αυτός που συγκροτεί την οργάνωση της πραγματικότητας και ανοίγει την ελευθερία της σκέψης σε αρχέγονα μονοπάτια. Με τούτο το άνοιγμα, η απελευθερωμένη σκέψη συντρίβει κάθε είδους προκαταλήψεις, στερεότυπα και στεγανά, προχωρεί πέρα από πρόχειρες, τυποποιημένες εξηγήσεις ή επεξηγήσεις και στην πρακτική της εφαρμογή αναδεικνύεται σε αυθεντικό στοχασμό. Αυτή η εξέλιξη σημαίνει πως ο Λόγος διακρίνει σαφώς τον εαυτό του από την υπολογιστική σκέψη (ψυχρός ορθολογισμός, τεχνική πλαισιοθέτηση κ.λπ.) και δεν χάνεται σε ψευδείς υποσχέσεις για μια μονοσήμαντη, γραμμική, προδιαγεγραμμένη εξέλιξη.
§4. Η ανεξάντλητη δύναμη του Προσωκρατικού στοχασμού κατόρθωσε να συνδέσει τον Λόγο με την περαιτέρω ανάπτυξη των ελληνικών Πόλεων-Πολιτειών. Κατ’ αυτήν την ανάπτυξη αποτέλεσε τη θεμελιακή αρχή για την έλλογη εναρμόνιση Ατόμου και Πόλεως. Για να επικοινωνήσει κανείς με την πολιτική κοινότητα, για να δραστηριοποιηθεί στο εσωτερικό της σε διαφόρους τομείς έπρεπε να μπορεί να αναπτύσσει πειστικό λόγο, ώστε να προσανατολίζει τους πολίτες προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση και κυρίως προς την ικανότητά τους να σκέπτονται πολιτικά και αναλόγως ν’ αποφασίζουν. Έτσι τον 5ο αιώνα π.Χ. γεννήθηκε βαθμιαία το πνευματικό κίνημα των σοφιστών, που χωρίς να είναι κάποιο ενιαίο ρεύμα συνέτεινε αποφασιστικά στην κυκλοφορία των ιδεών εντός των ελληνικών πόλεων και ιδιαίτερα της Αθήνας. Επρόκειτο στ’ αλήθεια για δασκάλους, που περιφέρονταν από πόλη σε πόλη και δίδασκαν, επί χρήμασι, ρητορική, πολιτική αρετή και πειστικούς τρόπους επιχειρηματολογίας. O Πλάτων αντιμετώπισε κριτικά τη σοφιστική στους διαλόγους του και παρουσίασε τον Σωκράτη να συγκρούεται έντονα με αυτούς τους δασκάλους της ευγλωττίας που διατείνονταν ότι μπορούσαν να αποδείξουν οποιονδήποτε ισχυρισμό. Η φιλοσοφική διαφορά Πλάτωνος και σοφιστών είναι αβυσσαλέα: έγκειται σε εκ διαμέτρου αντίθετες αναγνώσεις της πραγματικότητας, της γλώσσας και της σκέψης, καθώς και στην εμπορευματοποίηση ή μη της παιδείας. Μια τέτοια θεμελιακή διαφορά μεταξύ τους δεν μπορεί σήμερα να παρερμηνεύεται ορισμένως, έτσι απλοϊκά, ως διαφορά προτιμήσεων, άρα ως δυσφήμιση των σοφιστών από τον Πλάτωνα, παρότι ο τελευταίος αντιπαρατέθηκε με δριμύτητα μαζί τους. Σε κάθε περίπτωση, πάντως, οι σοφιστές μεγάλοι διανοητές της Ελλάδας. Δυνάμει αυτών ουσιαστικά διαδόθηκε ο πνευματικός πολιτισμός στις ευρύτερες μάζες. Ο Χέγκελ εξαίρει τη σημασία του έργου τους:
«Ένας καλλιεργημένος άνθρωπος ξέρει πώς να πει κάτι για οποιοδήποτε αντικείμενο, να ανακαλύψει διάφορες οπτικές γωνίες, από τις οποίες να το εξετάσει. Αυτήν την κουλτούρα, η Ελλάδα, την οφείλει στους Σοφιστές».
§5. Την ίδια περίπου εποχή κάνει αισθητή την παρουσία του στην Αθήνα ο Σωκράτης. Μια χαρακτηριστική προσωπικότητα, που σε αντίθεση με τους σοφιστές δεν εγκατέλειψε ποτέ την Αθήνα μέχρι το βίαιο θάνατό του. Παρόλο που ο Σωκράτης δεν έγραψε τίποτα, με το συνολικό πρακτικό του έργο έχει ασκήσει επιρροή του είναι ωστόσο σημαντικά. Κατά τον 4ο αιώνα π.Χ., όλοι ισχυρίζονταν ότι εμπνεύστηκαν από τον Σωκράτη, μεταξύ αυτών κι ο Πλάτων. Την ενασχόλησή του με τη φιλοσοφία την κατανοούσε, όπως δείχνουν οι πληροφορίες, κατά κύριο λόγο, που μας παρέχουν τα πλατωνικά κείμενα και δη οι Σωκρατικοί διάλογοι, ως αποστολή για την ηθικο-πνευματική ανόρθωση του ανθρώπου και τη στοχαστική αυτογνωσία του ανθρώπινου βίου: «ὁ δὲ ἀνεξέταστος βίος οὐ βιωτὸς ἀνθρώπῳ [=τη ζωή που δεν εξετάζεται, δεν αξίζει να τη ζει ο άνθρωπος]» (Απολογία Σωκράτους 38a). Μια τέτοια αποστολή δεν αποκλείεται να τη θεωρούσε και ως συνειδητή αντίδραση στις ιδέες των Σοφιστών. Όπως λέει ο Κικέρων, η αποστολή του Σωκράτη ήταν να κατεβάσει τη φιλοσοφία από τον ουρανό στη Γη, να στραφεί σε ζητήματα ηθικής φύσης. Για να το επιτύχει αυτό, γίνεται ακούραστος μαχητής της ερμηνευτής πράξης. Απλώνει την ερευνητική του ερμηνεία σε όλους τους τομείς: στη σοφιστική, στην πολιτική, στη θρησκεία, στη μαντική, στη διαπαιδαγώγηση των νέων, στη διαλογική επικοινωνία. Περιφέρεται στους δρόμους της Αθήνας, στην αγορά, στα γυμνάσια, παντού και συνομιλεί με τους νέους και με όλους τους Αθηναίους ή και τους ξένους.
§6. Αλλά ποιο είναι ακριβώς το έργο του; Μακριά από το να διδάσκει, βοηθά τα πνεύματα να γεννήσουν, όπως ακριβώς η μητέρα του η Φαιναρέτη, που ήταν μαία, βοηθούσε τα σώματα να γεννήσουν. Αποκαλύπτει στους άλλους τις αλήθειες που φέρνει ο καθένας μέσα του. Εφαρμόζει την τέχνη της μαιευτικής ή ελεγκτικής. Είναι μια πνευματική μαία, που αφήνει την ψυχή να αντιμετωπίσει τον εαυτό της και να συλλάβει τις δικές της αλήθειες. Στη διαλογική του επαφή με τους νέους και τους ενήλικες θέτει καίρια ερωτήματα για την αρετή και τις διάφορες ηθικές εκφάνσεις της στην πρακτική ζωή των ανθρώπων, όπως για τη δικαιοσύνη, τη φιλία, την ανδρεία, την ευσέβεια κ.α. Εφαρμόζει τη διαλεκτική μέθοδο με τη μορφή ερωταποκρίσεων, που εκτυλίσσεται . Αυτή η μέθοδος θα φτάσει στο αποκορύφωμα της εξέλιξής της με τον Πλάτωνα: από τεχνική της κοινής συζήτησης θα μετεξελιχθεί, στον χώρο των Ιδεών, σε ύψιστη μορφή της φιλοσοφικής νόησης. Εφαρμόζοντας τη μέθοδο των ερωταποκρίσεων αγωνίζεται να ενεργοποιήσει τον νου και την ψυχή των ανθρώπων, ώστε να σκέπτονται το καλό και να θέλουν να ζήσουν σύμφωνα με αυτό. Θεωρεί πως ο άνθρωπος από τη φύση του δεν είναι κακός, αλλά γίνεται κακός, όταν μέσα στον καθημερινό κόσμο χάνει τη συνοχή της ατομικότητάς του και διασπά την ψυχική του ενότητα, με αποτέλεσμα να παγιδεύεται μέσα στη σκόνη των αισθητηριακών εν-τυπώσεων, να μην μπορεί πια να αναζητήσει την ουσία των πραγμάτων και τελικά ανάγει τη γνώμη του, τη δοξασία, σε ύψιστη γνώση.
§7. Γι’ αυτό και προκρίνει τη γνώση, που παράγει ο νους, ως τον μοναδικό δρόμο προς την αρετή. Σύμφωνα με τον Χέγκελ, ο Σωκράτης
«δεν ξεπήδησε σαν μανιτάρι από τη γη, αλλά βρίσκεται σε μια συγκεκριμένη συνέχεια με την εποχή του. Δεν είναι μόνο μια εξαιρετικά σημαντική μορφή στην ιστορία της φιλοσοφίας —η πιο ενδιαφέρουσα στην αρχαία φιλοσοφία— αλλά είναι μια προσωπικότητα παγκόσμιας ιστορικής σημασίας. Αποτελεί το κύριο σημείο καμπής του πνεύματος προς τον ίδιο τον εαυτό του· αυτή η στροφή εκδηλώθηκε μέσα του με τη μορφή της σκέψης … Ο Σωκράτης εκφράζει πλέον την ουσία ως το καθολικό Εγώ, ως το Αγαθό, ως τη συνείδηση που αναπαύεται στον ίδιο της τον εαυτό ‒ το Αγαθό ως τέτοιο, ελεύθερο από την υπαρκτή πραγματικότητα, ελεύθερο απέναντι στη σχέση της συνείδησης με την υπαρκτή πραγματικότητα ‒ είτε πρόκειται για μεμονωμένη αισθητηριακή συνείδηση (συναίσθημα και κλίσεις) ‒, είτε, τέλος, ελεύθερο από τη θεωρητική σκέψη που στοχάζεται πάνω στη φύση, η οποία, παρότι είναι σκέψη, διατηρεί ακόμη τη μορφή του Είναι· μέσα σε αυτήν δεν είμαι βέβαιος για τον εαυτό μου» (Werke 18. Suhrkamp, σσ. 441-42).
Ο Σωκράτης, κατ’ αυτό το πνεύμα, εγγράφεται στην ιστορία της φιλοσοφίας ως μια ρηξικέλευθη προσωπικότητα, που αλλάζει ριζικά την κατεύθυνση της φιλοσοφίας: από την κύηση της ως κοσμολογικής σκέψης τη στρέφει προς την αυτογνωσία του ανθρώπου, προς τη νοητική του αυτοδιάθεση, προς την ερευνητική ερμηνεία της δικαιοσύνης και της πολιτικής κ.λπ.. Γίνεται, ως εκ τούτου, ο καταλύτης για να ακολουθήσουν οι συστηματικές σελίδες της φιλοσοφίας με τον Πλάτωνα και τον Αριστοτέλη.
§8. Αν προσπαθήσουμε να συγκρίνουμε την ως άνω λαμπρή περίοδο της ελληνικής/ευρωπαϊκής πραγματικότητας με τη σημερινή πραγματικότητα της Ευρώπης, θα διαπιστώσουμε να κυριαρχεί σήμερα στην Ευρώπη ένας καταστροφικός μηδενισμός, ίδιος και απαράλλακτος με τον Ευρωπαϊκό μηδενισμό, για τον οποίο έχει ήδη μιλήσει ο Νίτσε.[1] Με αφετηρία τον 20ό αιώνα, η Ευρώπη αρχίζει την καθοδική της πορεία με τον και μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Και έφτασε στον ολοσχερή μηδενισμό με τον και μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Αυτά είναι τα δυο καίρια ιστορικά γεγονότα που ορίζουν αυτήν την εποχή. Κλονίζοντας τη γηραιά Ήπειρο, επιταχύνοντας τις τεχνολογικές εξελίξεις και τις ιστορικές μεταλλάξεις, ο Μεγάλος Πόλεμος, με τους πολυδιάστατους κλυδωνισμούς του, σημαίνει πράγματι το τέλος μιας εποχής. Η πτώση των αυτοκρατοριών, η αναδιάταξη της Ευρώπης και η συνειδητοποίηση της αιματηρής σφαγής οδηγούν σε τραγικές αφυπνίσεις. Η αντίληψη του παραλόγου επιβάλλεται σε μια γενιά συντριμμένη από τον πόλεμο. Η θνητότητα εισέρχεται συνειδητά πλέον στη ζωή ως λύτρωση από το μηδενιστικό χάος των διαφόρων μεταπολεμικών περιόδων. Καθ’ όλο τον προηγούμενο αιώνα μέχρι και σήμερα ακόμη απλώνονται στην Ευρώπη, και όχι λιγότερο σε ένα μεγάλο μέρος του πλανήτη, ολοκληρωτισμοί πιο απόλυτοι ακόμα και από τις πιο απόλυτες μοναρχίες.
§9. Η απολυταρχία επιστρέφει με τον μανδύα της δημοκρατίας και του σοσιαλισμού· η αυταρχία κι ένα είδος φεουδαρχικού «δημοκρατισμού» ή «σοσιαλισμού» συνθλίβουν ολόκληρους λαούς και πολιτισμούς. Όλα τα καθεστώτα στην Ευρώπη ‒και όχι μόνο‒ επιβάλλουν τυφλή υπακοή και πλήρη υποταγή της σκέψης. Αυτό απαιτεί η κεντρική εξουσία του ανώτατου ηγέτη. Σχεδόν παντού εγκαθίστανται παρακμιακές μορφές εξουσίας, με τη μορφή κυρίως μαζικών δημοκρατιών και με κοινό παρονομαστή τις αποπροσανατολιστικές πλέον αντιλήψεις περί ισονομίας και κράτους δικαίου, καθ' εικόνα και ομοίωση των ίδιων των εξουσιαζομένων, των μόνιμα εξαπατημένων υπηκόων. Αυτοί-εδώ με την ψευδή συνείδησή τους εμπλέκονται σε άγριες ιδεολογικές αντιμαχίες για λογαριασμό των εξουσιαστών και συντελούν με τις ιδεολογικο-πολιτικές τους αυταπάτες στη συρρίκνωση των δημιουργικών δυνάμεων της κοινωνίας. Κανένας μηχανισμός συγκράτησης δεν περιορίζει πλέον ούτε την ισχύ του Κράτους, που ασκείται ανεξέλεγκτα πάνω στο άτομο, ούτε την απατηλή ισχύ των υπηκόων πάνω στους εαυτούς τους και τους υποτιθέμενους ιδεολογικούς τους αντιπάλους. Ο άγριος και μαζικός Μηδενισμός, σε επίπεδο πολιτικών δυνάμεων, συμπολιτευόμενων και αντιπολιτευόμενων, με τις εξωπραγματικές και τεχνητές πρακτικές, είναι ο άμεσος καρπός των Ευρωπαϊκής υφής ολοκληρωτισμών, οι οποίοι τείνουν εκάστοτε να καταρρεύσουν ο ένας μετά τον άλλον, ηττημένοι από τη στρατιωτική ισχύ ή από τη δική τους εσωτερική αποσύνθεση. Έτσι εξαφανίζεται κάθε Ιδέα του Καλού και τα ουτοπικά συστήματα που κουβαλούσαν τις ελπίδες του ανθρώπου στις αρχές του αιώνα. Από κοντά και μια πλειάδα από ασήμαντους διανοούμενους. Μακριά από καθετί το άξιο και πνευματικό, διεκδικούν αξιώματα στα διάφορα μορφωτικά ιδρύματα ή σε άλλους θεσμούς για να αντισταθμίσουν την πνευματική τους φτώχια και την απουσία αληθινής γνώσης. Λειτουργούν ως καιροσκόποι γραφειοκράτες, ως ένα ειδικό «κοπάδι» που αρμέγει γάλα για τους καθ’ όλα ανάξιους πολιτικούς του βοσκούς.
§10. Ρημαγμένη, αποδυναμωμένη, με αλλοιωμένο τον πληθυσμό της, η Ευρώπη παραμερίζεται συχνά-πυκνά από τις Ηνωμένες Πολιτείες σε όλους τους τομείς, τόσο στον οικονομικό όσο και στον πολιτισμικό. Καθολική απώλεια του νοήματος, κενό ιδεών, κατάρρευση των εμπνευσιακών αξιών: ο μηδενισμός που είχε προφητεύσει ο Νίτσε έχει πλέον εγκατασταθεί. Παρά την ανάταση που υποτίθεται συνιστά η δύσκολη, αλλά άτακτη πορεία της «ενωμένης» Ευρώπης, οι δυνάμεις της ζωής εγκαταλείπουν τη γηραιά Ήπειρο. Απέναντι στην προσπάθεια ανασυγκρότησης και επέκτασης των γενεών που κινούν τις δυναμικές κοινωνίες, προτιμάται το άνετο βιοτικό επίπεδο: η υπογεννητικότητα είναι πλέον ο κανόνας σε ολόκληρη την Ευρώπη; Η δημιουργική φιλοσοφική σκέψη έχει εξαντληθεί πλήρως. Η παρρησία του λόγου είναι εντελώς-παντελώς ανύπαρκτη. Οι πιο ανίκανοι αξιοποιούνται ως οι πιο ικανοί και οι στάχτες περνούν για περισσό φως. Ο θάνατος του θεού ολοκληρώνεται με τον θρίαμβο του τελευταίου ανθρώπου, κατά τον Νίτσε, δηλαδή των πιο ανίκανων, των παραιτημένων από τον Αγώνα της ζωής ο οποίος αποτελεί την πηγή όλων των αξιών. Σε αυτόν το θρίαμβο των μετριοτήτων έρχεται να προστεθεί η άνοδος του ανεξέλεγκτου εξισωτισμού. Τι θέλει, τι απαιτεί αυτό το εξισωτικό άτομο, όπου κι αν γίνεται ο κυρίαρχος; Την ευτυχία. Όχι την πνευματική ευτυχία της Αρχαιότητας, αλλά την ευτυχία μέσω ψεύτικης υλικής ευημερίας. Σε τούτο το λυκόφως, όλες οι βεβαιότητες πλήττονται. Και πρώτα από όλα, εκείνες που επί μακρόν στήριζαν τον στοχαστικό λόγο. Σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του σημερινού κόσμου κυριαρχεί η σκοτεινή νύχτα της ασκεψίας, ένας ακαδημαϊκός ψευτοριζοσπαστιμός και ο άκρατος ποπουλισμός.
Ένας υποθετικός διάλογος στον
Πύργο του Λονδίνου, 18 Μαΐου 1536
Τα πρόσωπα και τα γεγονότα βασίζονται
σε πραγματικές ιστορικές μορφές, αλλά οι διάλογοι
είναι φανταστικοί και προϊόν μυθοπλασίας!
Η βασίλισσα της Αγγλίας, Άννα Μπολέιν, δικάζεται στο Λονδίνο με τις κατηγορίες της προδοσίας, της μοιχείας και της αιμομιξίας. Καταδικάζεται σε θάνατο από ένα ειδικά επιλεγμένο σώμα ενόρκων. Η Άννα Μπολέιν (Anne Boleyn, προφ. Ανν Μπολίν 1501 – 19 Μαΐου 1536), μαρκησία του Πέμπροκ, ήταν η δεύτερη σύζυγος του Ερρίκου Η΄ της Αγγλίας και μητέρα της βασίλισσας Ελισάβετ Α΄ της Αγγλίας. Ο Γάμος του Ερρίκου με την Άννα και η εν συνεχεία εκτέλεσή της αποτελούν μέρος μιας σημαντικής πολιτικής και θρησκευτικής αναταραχής, που έχει μείνει γνωστή ως Αγγλική Μεταρρύθμιση, με την Άννα την ίδια να πρωτοστατεί στην ανάγκη της εκκλησιαστικής μεταρρύθμισης. Έχει χαρακτηριστεί ως η Βασιλική σύζυγος που είχε τη μεγαλύτερη επιρροή στην ιστορία της Αγγλίας.
Πιστεύεται ότι η Άννα Μπολέιν επηρέασε τον Ερρίκο ώστε να ευνοήσει τον Προτεσταντισμό. Επίσης συνετέλεσε στο να πέσει σε δυσμένεια ο Καρδινάλιος Γουόλσεϊ και αργότερα να γίνει αρχιεπίσκοπος του Καντέρμπουρι ο ιερέας της οικογένειάς της, ο Τόμας Κράνμερ. Παράλληλα υποστήριξε την άνοδο του Τόμας Κρόμγουελ, που έγινε ο νέος έμπιστος σύμβουλος του Ερρίκου. Σπουδαίο ρόλο έπαιξε και στην οργάνωση διεθνούς συνδιάσκεψης στο Καλέ το 1532. Εκεί ο Ερρίκος ήλπιζε να εξασφαλίσει τη συγκατάθεση της Γαλλίας στον καινούργιο του γάμο, όπως και έγινε. Συνελήφθη στις 2 Μαΐου 1536, φυλακίστηκε και δικάστηκε από δικαστήριο ευγενών οι οποίοι και την καταδίκασαν ομόφωνα σε θάνατο δι΄ αποκεφαλισμού. Εκτελέστηκε στον Πύργο του Λονδίνου στις 19 Μαΐου 1536 με την κατηγορία της προδοσίας, της αιμομιξίας με το μικρότερο αδερφό της Γεώργιο Μπολέιν, της μαγείας, αλλά και της απόπειρας δηλητηρίασης του Ερρίκου Φιτζρόι, νόθου γιου του συζύγου της από τη λαίδη Ελίζαμπεθ Μπλαντ.
Το κελί
Ένα μικρό δωμάτιο στον Πύργο του Λονδίνου.
Το φως ενός κεριού τρεμοπαίζει πάνω σε πέτρινους τοίχους.
Η ΑΝΝΑ κάθεται σε ένα σκαμνί, με τα χέρια σταυρωμένα στην αγκαλιά της.
Ο ΠΑΤΗΡ ΜΑΘΑΙΟΣ στέκεται απέναντί της, κρατώντας ένα μικρό βιβλίο προσευχών.
Η ΛΑΙΔΗ ΚΙΝΓΚΣΤΟΝ κάθεται σιωπηλή σε μια γωνία, με το κέντημά της αφημένο στην ποδιά της.
ΠΑΤΗΡ ΜΑΘΑΙΟΣ: Μεγαλειοτάτη, η νύχτα προχωρά. Ήρθα να σας προσφέρω παρηγοριά, αν το επιθυμείτε, πριν... πριν να έλθει το πρωί και είναι αργά...
ΑΝΝΑ: Πάτερ, μη με αποκαλείτε πλέον Μεγαλειοτάτη. Αυτός ο τίτλος μου αφαιρέθηκε μαζί με όλα τα άλλα. Είμαι απλώς η Άννα. Η κόρη του Τόμας Μπολέιν, όπως ήμουν πριν από όλα αυτά.
ΠΑΤΗΡ ΜΑΘΑΙΟΣ: Για μένα θα παραμείνετε πάντα βασίλισσα, ό,τι κι αν λένε τα χαρτιά του δικαστηρίου των ευγενών.
ΑΝΝΑ: Τα χαρτιά του δικαστηρίου... Ξέρετε, πάτερ, πάντα πίστευα πως οι λέξεις έχουν δύναμη. Το έμαθα νωρίς, στη Γαλλία, όταν ήμουν ακόμη κορίτσι στην αυλή της Κλαυδίας. Οι λέξεις μπορούν να χτίσουν έναν θρόνο ή να χτίσουν ένα ικρίωμα. Το ένα κι το άλλο μπορεί να είναι έργο των ίδιων ανθρώπων.
ΛΑΙΔΗ ΚΙΝΓΚΣΤΟΝ: Άννα, ίσως θα έπρεπε να ξεκουραστείτε...
ΑΝΝΑ: Ξεκούραση; Λαίδη Κίνγκστον, αύριο θα αναπαυθώ για πάντα. Απόψε θέλω να μιλήσω. Θέλω κάποιος να θυμάται όχι τη βασίλισσα που κατέστρεψαν, αλλά τη γυναίκα που υπήρξα.
Τα παιδικά χρόνια και η Γαλλία
ΠΑΤΗΡ ΜΑΘΑΙΟΣ: Πείτε μου, λοιπόν, από την αρχή. Πώς ήταν η ζωή σας πριν έρθετε στην αυλή;
ΑΝΝΑ: Γεννήθηκα στο Χίβερ, στο Κεντ, γύρω στο 1501 δεν είμαι καν βέβαιη για το ακριβές έτος, φανταστείτε. Ο πατέρας μου, ο Τόμας, ήταν φιλόδοξος άνθρωπος, διπλωμάτης με έξυπνο μυαλό αλλά ψυχρή καρδιά. Η μητέρα μου, η Ελίζαμπεθ Χάουαρντ, καταγόταν από μια από τις πιο ισχυρές οικογένειες του βασιλείου, τους Χάουαρντ, δούκες του Νόρφολκ. Από μικρή κατάλαβα πως δεν ήμουν απλώς παιδί· ήμουν προορισμένη για ανώτερα πράγματα..
ΠΑΤΗΡ ΜΑΘΑΙΟΣ: Μια σκληρή λέξη για μια κόρη.
ΑΝΝΑ: Αλλά αληθινή. Στάλθηκα στις Κάτω Χώρες, στην αυλή της Μαργαρίτας της Αυστρίας, όταν ήμουν μόλις δώδεκα ετών. Ύστερα στη Γαλλία, στην υπηρεσία πρώτα της βασίλισσας Μαρίας Τυδώρ αδελφής του Ερρίκου, που παντρεύτηκε τον γέρο βασιλιά Λουδοβίκο τον ΙΒ' κι έπειτα στην αυλή της βασίλισσας Κλαυδίας, συζύγου του Φραγκίσκου του Α'.
ΠΑΤΗΡ ΜΑΘΑΙΟΣ: Αυτά τα χρόνια σας διαμόρφωσαν, όπως αντιλαμβάνομαι.
ΑΝΝΑ: Περισσότερο απ' όσο μπορείτε να φανταστείτε. Στη Γαλλία έμαθα να μιλώ, να ντύνομαι, να σκέφτομαι με έναν τρόπο που καμία Αγγλίδα της γενιάς μου δεν γνώριζε. Έμαθα γαλλικά όχι απλώς ως γλώσσα αλλά ως τρόπο ζωής τη φινέτσα, το χιούμορ, την τέχνη της συζήτησης. Άκουσα εκεί, για πρώτη φορά, ιδέες που αργότερα θα άλλαζαν την ίδια μου την ψυχή: ιδέες περί μεταρρύθμισης της Εκκλησίας, περί της Γραφής στη γλώσσα του λαού, όχι μόνο στα λατινικά των κληρικών.
ΠΑΤΗΡ ΜΑΘΑΙΟΣ: Ήδη τότε λοιπόν σας άγγιξαν αυτές οι ιδέες;
ΑΝΝΑ: Σαν σπόρος που φυτεύτηκε βαθιά, πάτερ, πολύ πριν φανταστώ πως θα γινόμουν βασίλισσα, πολύ πριν καν γνωρίσω τον Ερρίκο. Όταν επέστρεψα στην Αγγλία, γύρω στο 1522, ήμουν πλέον διαφορετικό πλάσμα από τα κορίτσια της αυλής του πατέρα μου. Με έβρισκαν παράξενη, ίσως και επικίνδυνη. Πολύ έξυπνη για γυναίκα, έλεγαν. Πολύ σίγουρη για τη γνώμη μου..
Η γνωριμία με τον Ερρίκο
ΠΑΤΗΡ ΜΑΘΑΙΟΣ: Πώς γνωρίσατε τον βασιλιά;
ΑΝΝΑ: Ο βασιλιάς με πρόσεξε στην αυλή γύρω στο 1526, όταν υπηρετούσα ως κυρία επί των τιμών της βασίλισσας Αικατερίνης ναι, πάτερ, της ίδιας γυναίκας που αντικατέστησα. Αυτή είναι μια από τις πικρίες που κουβαλώ. Η αδερφή μου, η Μαίρη, είχε ήδη υπάρξει ερωμένη του βασιλιά χρόνια πριν. Όταν εκείνος στράφηκε σε μένα, αρνήθηκα να γίνω το ίδιο.
ΠΑΤΗΡ ΜΑΘΑΙΟΣ: Αυτό ήταν τόλμη σπάνια για γυναίκα εκείνης της θέσης.
ΑΝΝΑ: Ήταν υπολογισμός, πάτερ, ας είμαι ειλικρινής μαζί σας τώρα, την τελευταία μου νύχτα. Είδα τι απέγινε η αδερφή μου μια σύντομη λάμψη εύνοιας κι έπειτα η λησμονιά. Δεν ήθελα να είμαι ερωμένη ενός βασιλιά που θα με πετούσε όταν θα βαριόταν. Ήθελα... ήθελα να είμαι κάτι περισσότερο. Ίσως αυτή ήταν η αμαρτία μου, αν πρέπει να ονομάσω μία: η υπερηφάνειά μου, η άρνησή μου να αποδεχτώ μια θέση κατώτερη από αυτή που πίστευα πως άξιζα.
ΠΑΤΗΡ ΜΑΘΑΙΟΣ: Και ο βασιλιάς;
ΑΝΝΑ: Ο Ερρίκος δεν ήταν συνηθισμένος στην άρνηση. Αυτό, νομίζω, με έκανε πιο επιθυμητή στα μάτια του. Μου έγραφε γράμματα έχω ακόμη μερικά στη μνήμη μου, λόγια παθιασμένα, σχεδόν απελπισμένα, από έναν άνδρα που κρατούσε στα χέρια του ένα ολόκληρο βασίλειο και όμως δεν μπορούσε να έχει αυτό που ήθελε. Για έξι χρόνια, πάτερ, έξι ολόκληρα χρόνια, με κυνηγούσε, ενώ εγώ τον κρατούσα σε απόσταση, περιμένοντας... τι; Έναν γάμο. Μια θέση νόμιμη. Δεν φανταζόμουν ποτέ πόσο θα κόστιζε αυτό σε ολόκληρο το βασίλειο.
Το ζήτημα του διαζυγίου και η Εκκλησία
ΠΑΤΗΡ ΜΑΘΑΙΟΣ: Εδώ φτάνουμε, νομίζω, στο ζήτημα που τάραξε ολόκληρη τη χριστιανοσύνη η υπόθεση του γάμου του βασιλιά με την Αικατερίνη της Αραγωνίας.
ΑΝΝΑ: Ναι. Εκεί άρχισε η πραγματική τραγωδία, όχι μόνο η δική μου, αλλά ολόκληρου του βασιλείου. Ο Ερρίκος ζήτησε από τον Πάπα Κλήμη τον Ζ' να ακυρώσει τον γάμο του με την Αικατερίνη, επικαλούμενος ένα χωρίο από το Λευϊτικό πως δεν είναι σωστό να παντρευτεί κανείς τη χήρα του αδερφού του, κι εφόσον η Αικατερίνη υπήρξε πρώτα σύζυγος του αδερφού του, του πρίγκιπα Αρθούρου, ο γάμος τους ήταν, έλεγε, καταραμένος στα μάτια του Θεού.
ΠΑΤΗΡ ΜΑΘΑΙΟΣ: Ο Πάπας αρνήθηκε.
ΑΝΝΑ: Ο Πάπας δεν τολμούσε να αρνηθεί ανοιχτά, αλλά ούτε και να συναινέσει. Ήταν παγιδευμένος η ανιψιά της Αικατερίνης ήταν ο ίδιος ο αυτοκράτορας Κάρολος ο Ε', του οποίου τα στρατεύματα είχαν λεηλατήσει τη Ρώμη μόλις λίγα χρόνια πριν. Ο Κλήμης δεν μπορούσε να θυμώσει τον αυτοκράτορα για χάρη του βασιλιά της Αγγλίας. Έτσι καθυστερούσε, κωλυσιεργούσε, έστελνε καρδινάλιους να εξετάσουν την υπόθεση χωρίς ποτέ να καταλήγουν πουθενά.
ΠΑΤΗΡ ΜΑΘΑΙΟΣ: Και εσείς, μέσα σε όλο αυτό;
ΑΝΝΑ: Εγώ ήμουν, λένε, η αιτία η γυναίκα «για την οποία» ο βασιλιάς ήθελε το διαζύγιο. Όμως, πάτερ, δεν ήταν μόνο έρωτας. Ο Ερρίκος χρειαζόταν διάδοχο αρσενικό, κι η Αικατερίνη, μετά από τόσες εγκυμοσύνες, του είχε δώσει μόνο μία κόρη που επέζησε, τη Μαρία. Ο φόβος του εμφυλίου πολέμου, της αστάθειας του θρόνου, βάραινε πάνω του όσο κι ο έρωτας για μένα ίσως και περισσότερο. Εγώ έγινα το πρόσχημα και η αιτία μαζί, μπλεγμένες σε έναν κόμπο που κανείς δεν μπορούσε πια να λύσει.
ΠΑΤΗΡ ΜΑΘΑΙΟΣ: Εκεί μπήκε στο προσκήνιο ο καρδινάλιος Γούλσεϊ.
ΑΝΝΑ: Τον μισούσα, πάτερ, το ομολογώ ενώπιον του Θεού απόψε. Ο καρδινάλιος Τόμας Γούλσεϊ ήταν ο πιο ισχυρός άνθρωπος της Αγγλίας μετά τον βασιλιά, Λόρδος Καγκελάριος και παπικός λεγάτος μαζί. Επί χρόνια προσπάθησε να πετύχει την ακύρωση μέσω της Ρώμης, με διπλωματία, με πίεση, με κάθε τέχνασμα που γνώριζε. Απέτυχε. Κι όταν απέτυχε, η οργή του βασιλιά έπεσε πάνω του σαν κεραυνός. Τον κατηγόρησαν για προδοσία, του πήραν τα πάντα. Πέθανε στο δρόμο προς τη δίκη του, το 1530, πριν προλάβει να δει τι θα του έκαναν.
ΠΑΤΗΡ ΜΑΘΑΙΟΣ: Λένε πως χαιρόσασταν για την πτώση του.
ΑΝΝΑ: Δεν θα το αρνηθώ. Τον θεωρούσα εχθρό μου είχε διαλύσει, χρόνια πριν, τον αρραβώνα μου με τον Χένρι Πέρσι, τον οποίο αγαπούσα τότε, επειδή δεν με έβρισκε αντάξια γι' αυτόν. Όμως τώρα, απόψε, βλέποντας τη δική μου μοίρα, αναρωτιέμαι αν δεν έσπειρα κι εγώ τον άνεμο που θέρισα. Ο Θεός βλέπει τα πάντα, πάτερ, και ίσως η δικαιοσύνη Του δεν μοιάζει καθόλου με τη δικαιοσύνη των ανθρώπων.
Η ρήξη με τη Ρώμη
ΠΑΤΗΡ ΜΑΘΑΙΟΣ: Μετά την πτώση του Γούλσεϊ, ο βασιλιάς ακολούθησε άλλο δρόμο.
ΑΝΝΑ: Έναν δρόμο που εγώ, ας είμαι ειλικρινής, βοήθησα να χαράξει. Είχα διαβάσει βιβλία που άλλοι φοβούνταν να αγγίξουν έργα του Ουίλιαμ Τίνταλ, ιδίως το «Περί της Υπακοής ενός Χριστιανού Ανθρώπου», που υποστήριζε πως ο βασιλιάς, κι όχι ο Πάπας, έπρεπε να είναι η ανώτατη αρχή στην Εκκλησία του δικού του βασιλείου. Έδωσα το βιβλίο αυτό στον Ερρίκο. Του άρεσε πολύ, πάτερ υπερβολικά πολύ, θα έλεγε κανείς εκ των υστέρων.
ΠΑΤΗΡ ΜΑΘΑΙΟΣ: Πιστεύετε πως εσείς οδηγήσατε τον βασιλιά στη ρήξη με τη Ρώμη;
ΑΝΝΑ: Δεν θα ισχυριστώ τόσα πολλά ο Ερρίκος ήταν πάντα άνθρωπος που αγαπούσε την εξουσία πάνω απ' όλα, και η ιδέα πως θα γινόταν ο ίδιος επικεφαλής της Εκκλησίας, ελεύθερος από κάθε εξωτερική αρχή, τον γοήτευε ανεξάρτητα από μένα. Όμως δεν αρνούμαι πως ενθάρρυνα αυτές τις σκέψεις. Πίστευα πιστεύω ακόμη, απόψε, τις τελευταίες μου ώρες πως η Εκκλησία της Ρώμης είχε διαφθαρεί, πως το Ευαγγέλιο έπρεπε να φτάσει στον λαό στη δική του γλώσσα, όχι κλειδωμένο στα λατινικά των κληρικών. Αυτές δεν ήταν ιδέες αιρετικές στο μυαλό μου, πάτερ, αλλά ιδέες αναγέννησης.
ΠΑΤΗΡ ΜΑΘΑΙΟΣ: Το 1533 ο Θωμάς Κράνμερ, νέος Αρχιεπίσκοπος του Κάντερμπουρι, ακύρωσε τελικά τον γάμο του βασιλιά με την Αικατερίνη.
ΑΝΝΑ: Και με είχε ήδη παντρευτεί κρυφά τον Ιανουάριο εκείνης της χρονιάς ήμουν ήδη έγκυος στην Ελισάβετ. Τον Ιούνιο στέφθηκα βασίλισσα στο Αββαείο του Ουέστμινστερ. Θυμάμαι εκείνη τη μέρα σαν όνειρο, πάτερ η πομπή, τα πλήθη σιωπηλά κι εχθρικά πολλές φορές, γιατί ο λαός αγαπούσε την Αικατερίνη και με έβλεπε ως τη γυναίκα που της είχε κλέψει τον σύζυγο. Δεν με αγάπησαν ποτέ, οι Άγγλοι. Ίσως δικαίως.
ΠΑΤΗΡ ΜΑΘΑΙΟΣ: Και ο Πάπας;
ΑΝΝΑ: Ο Κλήμης αφόρισε τον Ερρίκο. Ο βασιλιάς απάντησε με την Πράξη της Υπεροχής, το 1534, που τον ανακήρυσσε Ανώτατο Κεφαλή της Εκκλησίας της Αγγλίας. Η Αγγλία χωρίστηκε από τη Ρώμη οριστικά. Κι εγώ, πάτερ, στάθηκα εκεί, στο κέντρο αυτής της θύελλας, νιώθοντας ο Θεός να με συγχωρέσει αν έκανα λάθος πως συμμετείχα σε κάτι μεγαλύτερο από τον εαυτό μου, σε μια αναγέννηση της πίστης.
Ο επίσκοπος Φίσερ και οι μάρτυρες της παλιάς πίστης
ΠΑΤΗΡ ΜΑΘΑΙΟΣ: Υπήρξαν όμως κι εκείνοι που αρνήθηκαν να ακολουθήσουν αυτόν τον δρόμο.
ΑΝΝΑ: Ο επίσκοπος Τζον Φίσερ του Ρότσεστερ. Ένας γέρος άγιος άνθρωπος, πάτερ, ας μην το κρύψω αυτό απόψε ακόμη κι εγώ, που στάθηκα στην αντίθετη πλευρά του, το αναγνωρίζω τώρα. Αρνήθηκε να αναγνωρίσει τον βασιλιά ως κεφαλή της Εκκλησίας, αρνήθηκε να δεχτεί την ακύρωση του γάμου με την Αικατερίνη ως έγκυρη. Τον αποκεφάλισαν τον Ιούνιο του 1535. Λίγες εβδομάδες αργότερα ακολούθησε ο Τόμας Μορ, που κάποτε ήταν φίλος και σύμβουλος του ίδιου του βασιλιά.
ΠΑΤΗΡ ΜΑΘΑΙΟΣ: Πώς νιώσατε γι' αυτούς τους θανάτους;
ΑΝΝΑ: Θα ήταν ψέμα να πω πως τους θρήνησα τότε όπως τους θρηνώ απόψε. Έβλεπα τον Φίσερ κι τον Μορ ως εχθρούς υποστήριζαν την Αικατερίνη, αρνούνταν να αναγνωρίσουν εμένα ως νόμιμη βασίλισσα, αρνούνταν τη θέση της κόρης μου στη διαδοχή. Στα μάτια μου τότε, ήταν εμπόδια. Απόψε, πάτερ, βλέπω πράγματα διαφορετικά. Βλέπω πως κι εκείνοι πέθαναν επειδή αρνήθηκαν να λυγίσουν μπροστά στη θέληση ενός βασιλιά, ακριβώς όπως κι εγώ πεθαίνω αύριο, ίσως, για τον ίδιο λόγο επειδή η θέλησή μου στάθηκε κάποτε εμπόδιο, κι έπειτα δεν χρειαζόταν πια.
ΠΑΤΗΡ ΜΑΘΑΙΟΣ: Νιώθετε τύψεις γι' αυτό;
ΑΝΝΑ: Νιώθω... μια βαθιά θλίψη, πάτερ, για το πόσο εύκολα η εξουσία μετατρέπει ανθρώπους σε όργανα ο ένας του άλλου. Ο Φίσερ πίστευε στην παλιά πίστη με όλη του την καρδιά και πέθανε γι' αυτήν. Εγώ πίστεψα σε μια νέα πίστη, σε μια Εκκλησία απελευθερωμένη από τη Ρώμη, σε μια Γραφή ανοιχτή στον λαό και τώρα πεθαίνω κι εγώ, όχι για την πίστη μου, αλλά επειδή έπαψα να είμαι χρήσιμη. Ο επίσκοπος Φίσερ πέθανε για κάτι που πίστευε ιερό. Εγώ πεθαίνω για κατηγορίες που ξέρω πως είναι ψέματα. Ίσως αυτή είναι η μόνη διαφορά ανάμεσά μας κι όμως, ενώπιον του Θεού, μπαίνουμε ίσως στην ίδια πόρτα.
Ο γάμος, η Ελισάβετ, η πτώση
ΛΑΙΔΗ ΚΙΝΓΚΣΤΟΝ: Άννα, μιλήστε μας για τη μικρή σας. Για την πριγκίπισσα Ελισάβετ.
ΑΝΝΑ: Η Ελισάβετ... Ήταν Σεπτέμβριος του 1533 όταν γεννήθηκε, στο παλάτι Γκρίνουιτς. Ο βασιλιάς είχε παραγγείλει ήδη γράμματα που ανήγγειλαν τη γέννηση ενός πρίγκιπα έπρεπε να προσθέσουν βιαστικά ένα «s» στη λέξη «prince» για να γίνει «princess». Ένιωσα, θυμάμαι, μια βαθιά ντροπή τότε, σαν να είχα αποτύχει, παρόλο που κρατούσα στην αγκαλιά μου το πιο όμορφο πλάσμα που είχα δει ποτέ.
ΠΑΤΗΡ ΜΑΘΑΙΟΣ: Ο βασιλιάς απογοητεύτηκε;
ΑΝΝΑ: Έκρυψε καλά την απογοήτευσή του στην αρχή. Αλλά το βάρος να δώσω έναν αρσενικό διάδοχο δεν έφυγε ποτέ από πάνω μου. Είχα κι άλλες εγκυμοσύνες μετά μία αποβολή, κι έπειτα, τον Ιανουάριο αυτού του χρόνου, έχασα ένα αγόρι, νεκρό στη γέννα, την ίδια μέρα που θάβαμε την Αικατερίνη, που είχε πεθάνει λίγο πριν στο Κίμπολτον. Θυμάμαι τον Ερρίκο να με κοιτάζει εκείνη τη μέρα με μάτια που δεν αναγνώριζα πια όχι θλίψη, όχι συμπόνια, αλλά κάτι σαν... τελεσίδικη απόφαση.
ΠΑΤΗΡ ΜΑΘΑΙΟΣ: Και σύντομα μετά ήρθε η δεσποινίς Σέιμουρ στο προσκήνιο.
ΑΝΝΑ: Η Τζέιν Σέιμουρ. Ήσυχη, υπάκουη, όλα όσα δεν ήμουν εγώ ποτέ. Ο Ερρίκος στράφηκε σε αυτήν με την ίδια ταχύτητα που κάποτε στράφηκε σε μένα, μακριά από την Αικατερίνη. Η ιστορία, πάτερ, επαναλαμβάνεται με τρόπο που θα ήταν σχεδόν αστείος αν δεν ήταν τόσο τραγικός. Είδα τον εαυτό μου, ξαφνικά, ως τη γυναίκα που έπρεπε να απομακρυνθεί, όπως κάποτε η Αικατερίνη έπρεπε να απομακρυνθεί για μένα. Ο τροχός γύρισε, κι εγώ βρέθηκα από κάτω του.
Οι κατηγορίες
ΠΑΤΗΡ ΜΑΘΑΙΟΣ: Θέλετε να μιλήσετε για τις κατηγορίες που σας έφεραν εδώ;
ΑΝΝΑ: Μοιχεία με πέντε άνδρες, πάτερ έναν εκ των οποίων ο ίδιος μου ο αδερφός, ο Τζορτζ! Αιμομιξία, φαντάζεστε; Και συνωμοσία να σκοτώσω τον βασιλιά. Ψέματα, όλα ψέματα, φτιαγμένα βιαστικά από τον Τόμας Κρόμγουελ, τον οποίο κάποτε θεωρούσα σύμμαχο στο έργο της μεταρρύθμισης, αλλά που αποδείχτηκε πρόθυμος να με θυσιάσει τη στιγμή που ο βασιλιάς το επιθύμησε.
ΠΑΤΗΡ ΜΑΘΑΙΟΣ: Γιατί πιστεύετε πως σας κατηγόρησαν με τέτοιο τρόπο;
ΑΝΝΑ: Επειδή ο βασιλιάς δεν μπορούσε απλώς να μου πει «δεν σε θέλω πια». Χρειαζόταν κάτι πιο τελεσίδικο όχι μόνο διαζύγιο, αλλά καταστροφή, ώστε να μπορέσει να παντρευτεί την Τζέιν χωρίς αμφιβολία, χωρίς τη σκιά μου να πλανάται πάνω από νέα παιδιά που θα αποκτούσε. Έπρεπε να πεθάνω, όχι απλώς να φύγω. Κι έτσι με έστησαν, πάτερ, με μάρτυρες αγορασμένους, με «ομολογίες» αποσπασμένες με βασανιστήρια από τον μουσικό Μαρκ Σμίτον, με μια δίκη όπου η καταδίκη ήταν αποφασισμένη πριν καν αρχίσει.
ΠΑΤΗΡ ΜΑΘΑΙΟΣ: Διακηρύσσετε λοιπόν την αθωότητά σας ενώπιον του Θεού;
ΑΝΝΑ: Ενώπιον του Θεού, πάτερ, ο οποίος θα με κρίνει σε λίγες ώρες, ορκίζομαι πως ποτέ δεν πρόδωσα τον σύζυγό μου με τον τρόπο που με κατηγόρησαν. Είχα ελαττώματα υπήρξα υπερήφανη, οξύθυμη, ίσως σκληρή με όσους θεωρούσα εχθρούς μου. Αλλά μοιχός, προδότρια, δολοφόνος; Όχι. Αυτά είναι εφευρήματα ανθρώπων που χρειάζονταν τον θάνατό μου.
Η πίστη και ο θάνατος
ΠΑΤΗΡ ΜΑΘΑΙΟΣ: Πλησιάζει η ώρα, Άννα. Θέλετε να εξομολογηθείτε;
ΑΝΝΑ: Ναι, πάτερ. Θέλω να πεθάνω με καθαρή ψυχή, όσο κι αν οι άνθρωποι με έκριναν άδικα. Εξομολογούμαι τα αμαρτήματά μου την υπερηφάνειά μου, τη φιλοδοξία μου, τις στιγμές που αγάπησα την εξουσία περισσότερο απ' όσο θα έπρεπε, τις στιγμές που στάθηκα σκληρή απέναντι στην Αικατερίνη και στην κόρη της τη Μαρία, οι οποίες δεν μου έφταιγαν σε τίποτα παρά μόνο που στέκονταν στον δρόμο μου. Ζητώ συγχώρεση γι' αυτά, πάτερ, ενώπιον του Θεού.
ΠΑΤΗΡ ΜΑΘΑΙΟΣ: Ο Θεός είναι έλεος, Άννα. Κι εσείς έχετε ήδη δείξει μετάνοια αληθινή.
ΑΝΝΑ: Πάτερ, μια τελευταία σκέψη πριν φύγετε. Πιστεύω το πιστεύω βαθιά, όσο ποτέ άλλοτε πως η Εκκλησία χρειαζόταν αλλαγή, πως το Ευαγγέλιο πρέπει να φτάνει σε κάθε άνθρωπο στη γλώσσα του, πως η πίστη δεν πρέπει να είναι προνόμιο κληρικών αλλά δώρο για όλους. Αυτό δεν το αποκηρύσσω, ακόμη κι απόψε. Αν η ζωή μου βοήθησε, έστω και λίγο, σε αυτή την αλλαγή, τότε δεν πέθανα εντελώς μάταια.
ΠΑΤΗΡ ΜΑΘΑΙΟΣ: Η κόρη σας, η Ελισάβετ, θα ζήσει με τη μνήμη σας βαθιά χαραγμένη, ακόμη κι αν δεν τη θυμάται καθαρά.
ΑΝΝΑ: Αυτό είναι το μόνο πράγμα που δεν μπορώ να σκεφτώ χωρίς να σπάσει η καρδιά μου. Είναι μόλις δυόμισι χρονών. Δεν θα με θυμάται. Ίσως ποτέ δεν μάθει την αλήθεια για μένα, μόνο τα ψέματα που θα γράψουν οι εχθροί μου στα χρονικά. Πάτερ, αν κάποτε μιλήσετε σε ανθρώπους που τη γνωρίζουν, πείτε τους... πείτε τους πως η μητέρα της δεν ήταν το τέρας που θα την πουν. Πείτε τους πως αγάπησε, πως πίστεψε, πως στάθηκε όρθια μέχρι το τέλος.
Το χάραμα
Το φως αρχίζει να χρωματίζει τον ουρανό έξω από το μικρό παράθυρο.
Η ΛΑΙΔΗ ΚΙΝΓΚΣΤΟΝ βοηθά την ΑΝΝΑ να σηκωθεί.
ΛΑΙΔΗ ΚΙΝΓΚΣΤΟΝ: Άννα, ήρθε η ώρα.
ΑΝΝΑ: Λένε πως ο βασιλιάς έφερε έναν δήμιο από το Καλαί, ειδικά, με σπαθί αντί για τσεκούρι, γιατί το σπαθί είναι πιο γρήγορο, λιγότερο επώδυνο. Ακόμη κι στο τέλος, βρίσκω κάποια... ειρωνεία σε αυτή τη λεπτομέρεια. Ο άνθρωπος που με κατέστρεψε φρόντισε τουλάχιστον ο θάνατός μου να είναι γρήγορος.
ΠΑΤΗΡ ΜΑΘΑΙΟΣ: Θα είμαι εκεί μαζί σας, Άννα, μέχρι το τέλος.
ΑΝΝΑ: Σας ευχαριστώ, πάτερ. Και σας, Λαίδη Κίνγκστον, για την καλοσύνη σας αυτές τις τελευταίες μέρες. Ξέρετε, πάτερ, δεν φοβάμαι πια τον θάνατο όσο φοβόμουν πριν από λίγες ώρες. Ο Χριστός υπέφερε αδίκως και πέθανε, κι εγώ ακολουθώ, ταπεινά, ένα κλάσμα του δικού Του δρόμου. Θα πω λόγια ήρεμα στο ικρίωμα δεν θα κατηγορήσω δημόσια τον βασιλιά, γιατί αυτό θα έβαζε σε κίνδυνο την κόρη μου και την οικογένειά μου που απομένει. Θα πω πως ήταν καλός κύριος, ευγενικός, ήπιος άρχοντας λόγια που ο κόσμος θα ακούσει, αν κι εσείς κι εγώ γνωρίζουμε την αλήθεια πίσω τους.
ΠΑΤΗΡ ΜΑΘΑΙΟΣ: Η γενναιότητά σας θα μείνει στη μνήμη, Άννα, ό,τι κι αν γράψουν οι ιστορικοί.
ΑΝΝΑ: Ίσως, πάτερ. Ή ίσως θα με θυμούνται μόνο ως τη γυναίκα που έκλεψε έναν βασιλιά, που κατέστρεψε μια βασίλισσα, που έφερε την Αγγλία σε ρήξη με τη Ρώμη. Δεν μπορώ να ελέγξω τη μνήμη μου, μόνο τις πράξεις μου. Κι αυτές, τουλάχιστον, τις γνωρίζω αληθινές: αγάπησα, πίστεψα, στάθηκα δυνατή όταν οι περισσότεροι θα είχαν λυγίσει. Αν αυτό δεν αρκεί για να με σώσει, τουλάχιστον αρκεί για να με αφήσει να πεθάνω χωρίς ντροπή.
Η ΑΝΝΑ σηκώνει το κεφάλι της ψηλά και προχωρά προς την πόρτα, καθώς το φως του πρώτου πρωινού γεμίζει το κελί.
Η Άννα Μπολέιν εκτελέστηκε στις 19 Μαΐου 1536, στο Πράσινο του Πύργου του Λονδίνου, με σπαθί, όπως αναφέρεται στην ιστορική παράδοση.
Στον λόγο της στο ικρίωμα, σύμφωνα με τις μαρτυρίες της εποχής, δεν κατηγόρησε ανοιχτά τον βασιλιά, αλλά ζήτησε από τον Θεό να τον προστατεύσει, ακολουθώντας ακριβώς τη λογική που περιγράφεται σε αυτό το φανταστικό κείμενο μια πράξη τελευταίας προστασίας για την κόρη της.
Η κόρη της, Ελισάβετ, έγινε αργότερα μία από τις μεγαλύτερες μονάρχες στην ιστορία της Αγγλίας, η Βασίλισσα Ελισάβετ Α', η οποία εδραίωσε οριστικά την Αγγλικανική Εκκλησία και οδήγησε τη χώρα σε μια από τις πιο ένδοξες περιόδους της.
Σημείωση: Το παρόν κείμενο είναι έργο ιστορικής μυθοπλασίας. Οι διάλογοι είναι φανταστικοί, αν και βασίζονται σε τεκμηριωμένα ιστορικά γεγονότα και πηγές της εποχής των Τυδώρ.